Η ιστορική μνήμη αποτελεί θεμελιώδη συνιστώσα της τοπικής ταυτότητας και του πολιτισμικού κεφαλαίου μιας κοινωνίας. Τα τοπόσημα των πόλεων δεν είναι απλώς σημεία αισθητικής αναφοράς ή τουριστικής έλξης, λειτουργούν ως φορείς ιστορικών αφηγήσεων, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν και διαμορφώνοντας την ταυτότητα των πολιτών. Στην περίπτωση της Αλεξανδρούπολης, ο Φάρος αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η επιφανειακή γνώση της ιστορίας του υπογραμμίζει τη γενικότερη τάση αδυναμίας ή αδιαφορίας για τη διατήρηση της συλλογικής μνήμης.
Η ιστορική μνήμη μιας πόλης υπερβαίνει την απλή καθημερινότητα ή την επιβίωση των κατοίκων της. Η άγνοια ή η αδιαφορία για την τοπική ιστορία περιορίζει τον ρόλο των πολιτών σε εκείνον των επισκεπτών, αποκόπτοντάς τους από την ενεργό συμμετοχή στη διατήρηση της πολιτισμικής τους κληρονομιάς. Η αμέλεια αυτή καθίσταται εμφανής σε περιπτώσεις όπου μνημεία και τοπόσημα φωτογραφίζονται και μνημονεύονται επιφανειακά, χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον για την ιστορική τους σημασία. Η πρακτική αυτή υπονομεύει την ικανότητα της κοινωνίας να διαφυλάξει και να μεταδώσει τη συλλογική μνήμη στις επόμενες γενιές.
Ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιφανειακής διαχείρισης της ιστορίας. Η πλειονότητα των επίσημων και ανεπίσημων πηγών αναφέρει ότι εγκαινιάστηκε την 1η Ιουνίου 1880. Ωστόσο, έρευνες υποδεικνύουν ότι η κατασκευή του είναι μεταγενέστερη του 1897, γεγονός που συχνά παραλείπεται ή αγνοείται. Οι ημερομηνίες που καταγράφονται σε επίσημες πηγές του Δήμου ή άλλων φορέων εμφανίζονται συχνά χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, περιοριζόμενες σε μια απλή καταγραφή γεγονότων, χωρίς κριτική αξιολόγηση των ιστορικών πηγών. Η παράλειψη αυτή οδηγεί σε ανακρίβειες που συχνά επαναλαμβάνονται σε δημοσιεύματα, οδηγώντας σε παραπληροφόρηση των πολιτών.
Η περίπτωση του Φάρου όμως δεν είναι μοναδική. Πολλαπλά παραδείγματα στην πόλη δείχνουν την επιφανειακή διαχείριση της τοπικής μνήμης. Σε πρόσφατη έρευνα σχετικά με την παρουσία του Αχιλλέα Σαμοθράκη, διαπιστώθηκε ότι μόνο μία οδός στη Θεσσαλονίκη τον μνημονεύει, πιθανόν λόγω πρωτοβουλιών της Θρακικής Εστίας Θεσσαλονίκης και του Πολύδωρα Παπαχριστοδούλου. Παράλληλα, η ίδια κοινωνία ονοματοδοτεί δημόσιους χώρους με βάση πρόσωπα που είναι οικεία στους πολίτες ή έχουν καταγραφεί σε προσωπικές συσκευές, χωρίς να εξετάζεται η ιστορική ή κοινωνική τους σημασία. Η επιφανειακή γνώση, η φωτογράφιση και οι πρόχειρες αναφορές δεν αντικαθιστούν την συστηματική μελέτη και εμβάθυνση στη συλλογική ιστορία.
Ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης δεν αποτελεί απλώς ένα αισθητικό ή τουριστικό σημείο αναφοράς, είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας της πόλης και της ιστορικής της διαδρομής. Η γνώση της αληθινής του ιστορίας αποτελεί υποχρέωση κάθε πολίτη που επιθυμεί να κατανοήσει και να σεβαστεί τον τόπο του. Η ιστορική μνήμη απαιτεί μελέτη, τεκμηρίωση και κριτική αξιολόγηση των πηγών, ώστε οι πολίτες να γίνουν πραγματικοί φορείς της πολιτισμικής κληρονομιάς και να αποφευχθεί η απλή αναπαραγωγή επιφανειακών πληροφοριών. Η διαφύλαξη της ιστορίας δεν είναι μόνο ζήτημα γνώσης, αλλά και πολιτισμικής ευθύνης και συλλογικής συνείδησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου