Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Η Σήψη που Αναπαράγεται: Γιατί από μια Κοινωνία σε Κρίση δεν Μπορεί να Προκύψει Κάτι Υγιές χωρίς Ριζικές Αλλαγές

Το σκάνδαλο που συγκλονίζει τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Είναι η κορυφή ενός παγόβουνου που χτίστηκε επί δεκαετίες μέσα από θεσμικές αδυναμίες, κομματικές εξαρτήσεις και κοινωνική ανοχή. Όταν ένα σύστημα επιτρέπει τη συσσώρευση εξουσίας, την απουσία ελέγχων και την αναπαραγωγή ίδιων προσώπων σε θέσεις επιρροής, τότε η διαφθορά δεν είναι ατύχημα, είναι αναμενόμενο αποτέλεσμα.



Η υπόθεση της ΓΣΕΕ ανέδειξε με ωμό τρόπο πώς η μακροχρόνια παραμονή στην εξουσία μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό αυτονομίας από τη βάση και σε πεδίο αδιαφάνειας. Όμως το ζήτημα δεν περιορίζεται στο συνδικαλιστικό κίνημα. Αγγίζει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.
Πολλοί πολιτικοί ηγέτες της σύγχρονης Ελλάδας προέρχονται από κομματικούς μηχανισμούς που διαμορφώθηκαν σε περιβάλλοντα ισχυρής εσωτερικής ιεραρχίας και στενής σχέσης με θεσμούς όπως τα συνδικάτα. Η γνώση της λειτουργίας αυτών των μηχανισμών, των δικτύων και των ισορροπιών εξουσίας αποτελεί μέρος της πολιτικής τους διαδρομής. Σε περιόδους κρίσης, όμως, το ίδιο αυτό παρελθόν μπορεί να δημιουργεί αντιφάσεις: από τη μία, η ανάγκη για ανανέωση και κάθαρση, από την άλλη, η ιστορική σύνδεση με ένα σύστημα που σήμερα καταρρέει υπό το βάρος των παθογενειών του.
Την ίδια στιγμή, η πολιτική αντιπαράθεση αξιοποιεί τα σκάνδαλα ως εργαλείο. Κόμματα που έχουν βρεθεί στο επίκεντρο υποθέσεων διαφθοράς προβάλλουν άλλες υποθέσεις για να διαμορφώσουν αφήγημα ηθικής υπεροχής. Η δικαιοσύνη, πιεσμένη να αποκαταστήσει το κύρος της, εμφανίζεται πιο δραστήρια σε υποθέσεις όμως που δεν αγγίζουν άμεσα τον πυρήνα της πολιτικής εξουσίας. Έτσι δημιουργείται ένα περιβάλλον επιλεκτικής ευαισθησίας, όπου η ουσία χάνεται πίσω από τη σκοπιμότητα.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η κοινωνία βυθίζεται σε κρίση εμπιστοσύνης. Οι νέοι, βλέποντας ένα σύστημα που μοιάζει ακίνητο, αντιδρούν με οργή. Τα επεισόδια στη Θεσσαλονίκη δεν είναι τυχαία. Είναι η έκφραση μιας γενιάς που νιώθει ότι δεν έχει φωνή, ότι δεν έχει προοπτική, ότι δεν έχει λόγο να πιστέψει σε θεσμούς που δεν αλλάζουν. Όταν η πολιτική πραγματικότητα μοιάζει αμετάβλητη, η βία γίνεται —λανθασμένα αλλά κατανοητά— η γλώσσα της απελπισίας.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει:
Πώς μπορεί να γεννηθεί κάτι υγιές μέσα από μια κοινωνία που έχει μάθει να λειτουργεί μέσα στη σήψη;
Η απάντηση είναι ότι δεν μπορεί, αν δεν αλλάξει η ίδια η κοινωνία.
Και αυτή η αλλαγή δεν είναι μόνο θεσμική. Είναι βαθιά πολιτισμική.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα συλλογική παιδεία. Μια παιδεία που να καλλιεργεί κριτική σκέψη, όχι παθητική αποδοχή. Μια παιδεία που να ενθαρρύνει τη συμμετοχή, όχι την ανάθεση. Μια παιδεία που να διδάσκει ότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί από μόνη της,  απαιτεί ενεργούς πολίτες, ενημερωμένους, απαιτητικούς, ανυποχώρητους απέναντι στη διαφθορά και την αυθαιρεσία.
Χωρίς αυτή τη μεταστροφή, κάθε θεσμική μεταρρύθμιση θα είναι επιφανειακή.
Χωρίς κοινωνική πίεση, κάθε υπόσχεση κάθαρσης θα είναι πρόσκαιρη.
Χωρίς κριτική αντίληψη, κάθε νέο πρόσωπο θα εγκλωβίζεται στα ίδια παλιά μοτίβα.
Η ανανέωση δεν θα έρθει από τους μηχανισμούς που δημιούργησαν το πρόβλημα.
Θα έρθει μόνο όταν η κοινωνία αποφασίσει να διεκδικήσει ξανά τον δημόσιο χώρο, τη δημοκρατία, την αξιοπρέπεια και το μέλλον της.
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική επιλογή:
να συνεχίσει να αναπαράγει τη σήψη ή να απαιτήσει ριζική αλλαγή.
Και αυτή η επιλογή δεν ανήκει σε κανέναν πολιτικό.
Ανήκει στους πολίτες…

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Η Παθογένεια του Ελληνικού Συνδικαλισμού: Μακροχρόνια Εξουσία, Πολιτική Διαπλοκή και Κοινωνική Ανοχή

 Η αποκάλυψη του σκανδάλου στη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) τον Φεβρουάριο του 2026, με επίκεντρο τον πρόεδρό της Γιάννη Παναγόπουλο και κατηγορίες για υπεξαίρεση εκατομμυρίων ευρώ, δεν αποτελεί απλώς ένα μεμονωμένο περιστατικό κακοδιαχείρισης. Αντίθετα, λειτουργεί ως αφορμή για την ανάδειξη μιας βαθιά ριζωμένης και διαχρονικής παθογένειας του ελληνικού συνδικαλιστικού συστήματος: της συγκέντρωσης εξουσίας σε πρόσωπα και μηχανισμούς, της πολιτικής διαπλοκής και της κοινωνικής ανοχής σε πρακτικές που υπονομεύουν τη δημοκρατική εκπροσώπηση.

Ο ελληνικός συνδικαλισμός, ιδίως μετά τη Μεταπολίτευση, αναδείχθηκε ως βασικός πυλώνας υπεράσπισης των εργατικών δικαιωμάτων. Ο Νόμος 1264/1982 κατοχύρωσε σημαντικές ελευθερίες και προστασίες, όπως συνδικαλιστικές άδειες με πλήρη μισθό, ισχυρή εργασιακή ασυλία και θεσμική αυτονομία. Ωστόσο, το ίδιο θεσμικό πλαίσιο, σε συνδυασμό με την απουσία ουσιαστικών μηχανισμών ελέγχου και ορίων θητειών, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη σταδιακή επαγγελματοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης.


Με την πάροδο του χρόνου, διαμορφώθηκε μια σταθερή «συνδικαλιστική ελίτ», η οποία αναπαράγει την εξουσία της μέσα από εκλογικούς μηχανισμούς, κομματικές στηρίξεις και έλεγχο των οικονομικών πόρων. Η εκπροσώπηση των εργαζομένων μετατράπηκε, σε πολλές περιπτώσεις, σε μηχανισμό ατομικής σταδιοδρομίας και κοινωνικής ανέλιξης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης αποτελεί η πολυετής παραμονή των ίδιων προσώπων στις ηγεσίες μεγάλων συνδικαλιστικών και επαγγελματικών φορέων. Ενδεικτικά:

Φορέας

Πρόεδρος

Διάρκεια Θητείας

Ενδεικτικά Οφέλη / Δίκτυα

ΓΣΕΕ

Γ. Παναγόπουλος

2006–σήμερα (~20 έτη)

Έλεγχος ΙΝΕ, προγράμματα ΕΣΠΑ, σκάνδαλο 2026

ΓΣΕΒΕΕ

Γ. Καββαθάς

2013–σήμερα (13+ έτη)

Επιμελητηριακά και πολιτικά δίκτυα

ΤΕΕ

Γ. Στασινός

2015–σήμερα (11+ έτη)

Διαχείριση τεχνικών προγραμμάτων

Συντ. ΙΚΑ

Δ. Κουμπούρης

1999–σήμερα (20+ έτη)

Στενή κομματική διασύνδεση

ΠΝΟ

Γ. Χαλάς

1993–2022 (~30 έτη)

Ναυτιλιακά ταμεία, κρατικές θέσεις

Ο πίνακας αυτός δεν αποσκοπεί στην ηθική στοχοποίηση προσώπων, αλλά στην ανάδειξη ενός δομικού φαινομένου: της σχεδόν ισόβιας παραμονής στην ηγεσία οργανώσεων που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν δυναμικά και εναλλασσόμενα κοινωνικά στρώματα.

Η μακροχρόνια παραμονή συνδέεται άμεσα με υλικά και συμβολικά οφέλη: σταθερό εισόδημα χωρίς παραγωγική εργασία, πρόσβαση σε δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους, συμμετοχή σε διαπραγματεύσεις υψηλού κύρους και δυνατότητα πολιτικής δικτύωσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διαχείριση οικονομικών πόρων μέσω ινστιτούτων, ταμείων και προγραμμάτων αναδεικνύεται σε πεδίο υψηλού κινδύνου αδιαφάνειας και διαφθοράς.

Το σκάνδαλο της ΓΣΕΕ το 2026 ανέδειξε με ωμό τρόπο πώς η διάρκεια της εξουσίας μπορεί να μετατραπεί σε όχημα ιδιωτικού πλουτισμού. Δεν πρόκειται για «παρέκκλιση», αλλά για ακραία έκφραση μιας κανονικότητας που στηρίζεται στην έλλειψη ελέγχου και λογοδοσίας.

Παράλληλα, ο ελληνικός συνδικαλισμός υπήρξε διαχρονικά στενά συνδεδεμένος με το κομματικό σύστημα. Οι μεγάλες παρατάξεις (ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ΕΑΕΚ) λειτούργησαν ως μηχανισμοί αναπαραγωγής πολιτικής επιρροής εντός των σωματείων. Τα συνδικάτα συχνά εντάχθηκαν σε στρατηγικές κυβερνητικής διαχείρισης της κοινωνικής δυσαρέσκειας, λειτουργώντας περισσότερο ως διαμεσολαβητές παρά ως φορείς σύγκρουσης.

Η χρονική συγκυρία της αποκάλυψης του σκανδάλου, σε περίοδο πολιτικής πίεσης και κρίσεων εμπιστοσύνης, ενισχύει την υπόθεση της επιλεκτικής «κάθαρσης». Η ανάδειξη υποθέσεων διαφθοράς συχνά αξιοποιείται για τη διαμόρφωση αφηγήματος «διαχρονικής ευθύνης», που αμβλύνει τις τρέχουσες πολιτικές ευθύνες και αποπροσανατολίζει τη δημόσια συζήτηση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο ρόλος του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ. Η επιλογή της αποστασιοποίησης από τη ΓΣΕΕ και της συγκρότησης «ταξικού μετώπου» στόχευε στην ιδεολογική καθαρότητα και στην αποφυγή συνδιαλλαγής με το κατεστημένο. Ωστόσο, αυτή η στρατηγική είχε και αντιφατικά αποτελέσματα. Η αποχή από τους κεντρικούς θεσμούς άφησε τον έλεγχο των διοικητικών και οικονομικών δομών στις κυρίαρχες παρατάξεις, συμβάλλοντας έμμεσα στη σταθεροποίηση του συστήματος που υποτίθεται ότι πολεμούσε.

Σε κοινωνικό επίπεδο, η παθογένεια του συνδικαλισμού δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί χωρίς ευρεία ανοχή. Η μειωμένη συμμετοχή στα σωματεία, η απαξίωση της συλλογικής δράσης και η γενικευμένη πολιτική απογοήτευση ενισχύουν την αναπαραγωγή των ίδιων προσώπων και μηχανισμών. Η «σταθερότητα» προβάλλεται ως αξία, ακόμη και όταν αυτή σημαίνει στασιμότητα και θεσμική παρακμή.

Η ελληνική κοινωνία εμφανίζει, σε αυτό το πεδίο, χαρακτηριστικά πατερναλισμού και εξάρτησης από μεσολαβητές. Αντί για ενεργή συμμετοχή, κυριαρχεί συχνά η ανάθεση της εκπροσώπησης σε «ισχυρούς παράγοντες», οι οποίοι σταδιακά αποσυνδέονται από τη βάση τους.

Συνολικά, η κρίση του ελληνικού συνδικαλισμού δεν είναι περιστασιακή, αλλά δομική. Αποτελεί προϊόν θεσμικών ελλειμμάτων, κομματικής διαπλοκής, οικονομικών κινήτρων και κοινωνικής παθητικότητας. Τα σκάνδαλα δεν είναι ανωμαλίες, αλλά συμπτώματα ενός συστήματος που λειτουργεί χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.

Η υπέρβαση αυτής της κατάστασης προϋποθέτει μια βαθιά μεταρρύθμιση σε τρία επίπεδα: θεσμικό, οργανωτικό και κοινωνικό. Απαιτούνται όρια θητειών, υποχρεωτικοί οικονομικοί έλεγχοι, διαφάνεια στις διαδικασίες και ενίσχυση της εσωτερικής δημοκρατίας. Παράλληλα, απαιτείται επανασύνδεση των σωματείων με τη βάση τους και αναβάθμιση της συνδικαλιστικής παιδείας.

Πάνω απ’ όλα, όμως, απαιτείται αλλαγή νοοτροπίας. Χωρίς κοινωνική πίεση και ενεργή συμμετοχή, κανένα θεσμικό μέτρο δεν μπορεί να αποτρέψει την αναπαραγωγή των ίδιων παθογενειών. Η ανανέωση του συνδικαλισμού δεν θα έρθει από «σωτήρες», αλλά από την επαναδιεκδίκησή του από τους ίδιους τους εργαζόμενους….

 

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Η ιστορική μνήμη της πόλης και η περίπτωση του Φάρου της Αλεξανδρούπολης


Η ιστορική μνήμη αποτελεί θεμελιώδη συνιστώσα της τοπικής ταυτότητας και του πολιτισμικού κεφαλαίου μιας κοινωνίας. Τα τοπόσημα των πόλεων δεν είναι απλώς σημεία αισθητικής αναφοράς ή τουριστικής έλξης, λειτουργούν ως φορείς ιστορικών αφηγήσεων, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν και διαμορφώνοντας την ταυτότητα των πολιτών. Στην περίπτωση της Αλεξανδρούπολης, ο Φάρος αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η επιφανειακή γνώση της ιστορίας του υπογραμμίζει τη γενικότερη τάση αδυναμίας ή αδιαφορίας για τη διατήρηση της συλλογικής μνήμης.

Η ιστορική μνήμη μιας πόλης υπερβαίνει την απλή καθημερινότητα ή την επιβίωση των κατοίκων της. Η άγνοια ή η αδιαφορία για την τοπική ιστορία περιορίζει τον ρόλο των πολιτών σε εκείνον των επισκεπτών, αποκόπτοντάς τους από την ενεργό συμμετοχή στη διατήρηση της πολιτισμικής τους κληρονομιάς. Η αμέλεια αυτή καθίσταται εμφανής σε περιπτώσεις όπου μνημεία και τοπόσημα φωτογραφίζονται και μνημονεύονται επιφανειακά, χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον για την ιστορική τους σημασία. Η πρακτική αυτή υπονομεύει την ικανότητα της κοινωνίας να διαφυλάξει και να μεταδώσει τη συλλογική μνήμη στις επόμενες γενιές.

Ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιφανειακής διαχείρισης της ιστορίας. Η πλειονότητα των επίσημων και ανεπίσημων πηγών αναφέρει ότι εγκαινιάστηκε την 1η Ιουνίου 1880. Ωστόσο, έρευνες υποδεικνύουν ότι η κατασκευή του είναι μεταγενέστερη του 1897, γεγονός που συχνά παραλείπεται ή αγνοείται. Οι ημερομηνίες που καταγράφονται σε επίσημες πηγές του Δήμου ή άλλων φορέων εμφανίζονται συχνά χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, περιοριζόμενες σε μια απλή καταγραφή γεγονότων, χωρίς κριτική αξιολόγηση των ιστορικών πηγών. Η παράλειψη αυτή οδηγεί σε ανακρίβειες που συχνά επαναλαμβάνονται σε δημοσιεύματα, οδηγώντας σε παραπληροφόρηση των πολιτών.

Η περίπτωση του Φάρου όμως  δεν είναι μοναδική. Πολλαπλά παραδείγματα στην πόλη δείχνουν την επιφανειακή διαχείριση της τοπικής μνήμης. Σε πρόσφατη έρευνα σχετικά με την παρουσία του Αχιλλέα Σαμοθράκη, διαπιστώθηκε ότι μόνο μία οδός στη Θεσσαλονίκη τον μνημονεύει, πιθανόν λόγω πρωτοβουλιών της Θρακικής Εστίας Θεσσαλονίκης και του Πολύδωρα Παπαχριστοδούλου. Παράλληλα, η ίδια κοινωνία ονοματοδοτεί δημόσιους χώρους με βάση πρόσωπα που είναι οικεία στους πολίτες ή έχουν καταγραφεί σε προσωπικές συσκευές, χωρίς να εξετάζεται η ιστορική ή κοινωνική τους σημασία. Η επιφανειακή γνώση, η φωτογράφιση και οι πρόχειρες αναφορές δεν αντικαθιστούν την συστηματική μελέτη και εμβάθυνση στη συλλογική ιστορία.

Ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης δεν αποτελεί απλώς ένα αισθητικό ή τουριστικό σημείο αναφοράς, είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας της πόλης και της ιστορικής της διαδρομής. Η γνώση της αληθινής του ιστορίας αποτελεί υποχρέωση κάθε πολίτη που επιθυμεί να κατανοήσει και να σεβαστεί τον τόπο του. Η ιστορική μνήμη απαιτεί μελέτη, τεκμηρίωση και κριτική αξιολόγηση των πηγών, ώστε οι πολίτες να γίνουν πραγματικοί φορείς της πολιτισμικής κληρονομιάς και να αποφευχθεί η απλή αναπαραγωγή επιφανειακών πληροφοριών. Η διαφύλαξη της ιστορίας δεν είναι μόνο ζήτημα γνώσης, αλλά και πολιτισμικής ευθύνης και συλλογικής συνείδησης.


Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

Ελλάδα: Ο Γεννήτορας του Δυτικού Πολιτισμού και η Διαχρονική Γεφυροποιός Ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή

Σε μια εποχή όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις συσσωρεύονται και οι ισορροπίες μεταβάλλονται με ταχύτητα, η Ελλάδα επανέρχεται στο προσκήνιο ως χώρα συμβολική αλλά και ουσιαστική. Από τη μία πλευρά ακούγονται δηλώσεις ότι «η Ελλάδα ανήκει στη Δύση», από την άλλη όμως η οικονομική και εμπορική της πραγματικότητα παραμένει συνδεδεμένη με την Ανατολή, όπως έδειξαν οι πρόσφατες αντιδράσεις της Κίνας στις τοποθετήσεις της Αμερικανίδας πρέσβη και οι διαβεβαιώσεις των Ελλήνων αξιωματούχων για σεβασμό των συμφωνιών στο λιμάνι του Πειραιά. Αυτή η διττή κατάσταση συχνά εκλαμβάνεται ως αντίφαση· στην πραγματικότητα, όμως, αποτελεί το απόσταγμα τριών χιλιάδων ετών ελληνικής ιστορίας.


Η Ελλάδα δεν είναι απλώς μια ακόμη δυτική χώρα: είναι ο γεννήτορας του δυτικού πολιτισμού. Οι θεμελιώδεις έννοιες που διαμόρφωσαν τη Δύση —η λογική έρευνα, η φιλοσοφία, η δημοκρατία, το θέατρο, η πολιτική θεωρία, η επιστημονική σκέψη— ιδρύθηκαν στην ελληνική αρχαιότητα. Δεν πρόκειται για ένα απλό πολιτισμικό αποτύπωμα, αλλά για τον πυρήνα της δυτικής ταυτότητας. Η Ευρώπη μπορεί να διεκδικεί τη σύγχρονη πολιτική και οικονομική της μορφή, όμως το πνευματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε είναι ελληνικό. Η συζήτηση περί «ένταξης της Ελλάδας στη Δύση» θα ήταν αδιανόητη χωρίς την προϋπόθεση ότι αυτός ο πολιτισμικός κόσμος είναι γέννημα της ελληνικής εμπειρίας.

Παρά ταύτα, η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ αποκλειστικά δυτική. Από την αρχαϊκή εποχή έως σήμερα, το ελληνικό στοιχείο ανέπνεε με δύο πνεύμονες: τον πνεύμονα της Δύσης —την οποία γέννησε— και τον πνεύμονα της Ανατολής —με την οποία διατηρούσε αδιάλειπτη επαφή. Η ελληνική ναυτοσύνη και το εμπορικό δαιμόνιο έφεραν τους Έλληνες σε στενή επαφή με Μικρά Ασία, Φοινίκη, Αίγυπτο, Συρία και Μαύρη Θάλασσα. Οι εμπορικές αυτές σχέσεις δεν υπήρξαν περιθωριακές, αλλά καθοριστικές: από εκεί προήλθαν οι πρώτες γεωμετρικές γνώσεις, τεχνικές κατεργασίας μετάλλων, διοικητικές πρακτικές και καλλιτεχνικές επιρροές. Η ελληνική ταυτότητα διαμορφώθηκε, επομένως, μέσα σε μια διαρκή ανταλλαγή.

Η κορύφωση αυτής της εξωστρέφειας εμφανίζεται στον Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος δεν έστρεψε το βλέμμα του προς τη Δύση, αλλά προς την Ανατολή. Η εκστρατεία του δεν υπήρξε απλώς στρατιωτική· αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη πολιτισμική παγκοσμιοποίηση, όπου ελληνικά, περσικά, αιγυπτιακά και ινδικά στοιχεία συνυφάνθηκαν σε έναν ενιαίο χώρο πολιτισμού και ανταλλαγής. Ο ελληνιστικός κόσμος που δημιουργήθηκε στην Ασία υπήρξε η πιο προωθημένη μορφή διαπολιτισμικότητας της αρχαιότητας. Αυτή η κληρονομιά καθιστά την Ελλάδα όχι μόνο ιδρυτή της Δύσης, αλλά και δημιουργό πολιτισμικών συνθέσεων με την Ανατολή.

Κατά τον μεσαιωνικό και πρώιμο νεότερο χρόνο, το Βυζάντιο και αργότερα οι Έλληνες της διασποράς συνέχισαν την εμπορική και πνευματική τους δράση στην Ανατολή. Ακόμη και υπό οθωμανική κυριαρχία, οι Έλληνες έμποροι διαχειρίστηκαν μεγάλα τμήματα του εμπορίου στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα ουδέποτε αποκόπηκε από την Ανατολή — αντιθέτως, συνέχισε να λειτουργεί ως μεσολαβητής ανάμεσα σε δύο κόσμους που συχνά συγκρούονταν μεταξύ τους.

Αυτή η ιστορική συνέχεια εξηγεί και τη σύγχρονη συγκυρία. Οι δηλώσεις της Αμερικανίδας πρέσβη, που υπογράμμισαν την ανάγκη ενίσχυσης της αμερικανικής επιρροής σε ελληνικές υποδομές, έδωσαν το έναυσμα για την κινεζική αντίδραση, η οποία υπενθύμισε ότι η συνεργασία Ελλάδας–Κίνας έχει βαθιές ρίζες και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με ψυχροπολεμικούς όρους. Η ελληνική κυβέρνηση, επιμένοντας ότι θα τηρήσει τις συμφωνίες με την Cosco, δεν εξέφρασε μια πολιτική ιδιοτροπία, αλλά την αναγνώριση μιας πραγματικότητας που είναι ταυτόχρονα οικονομική και ιστορική: η Ελλάδα ήταν ανέκαθεν κόμβος ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Το λιμάνι του Πειραιά —που στην αρχαιότητα υπήρξε κέντρο παγκόσμιου εμπορίου— απλώς επανακτά τον διαχρονικό του ρόλο.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα «ανήκει στη Δύση» ή «στρέφεται προς την Ανατολή». Η Ελλάδα ίδρυσε τη Δύση, αλλά δεν περιορίστηκε ποτέ σε αυτήν. Η γεωγραφία, η ιστορία και η θαλάσσια φύση της την καθιστούν οργανικά πολυκεντρική. Ο ισχυρισμός ότι «ανήκουμε στη Δύση» έχει θεσμική και πολιτική αξία, αλλά δεν αποτυπώνει την ολοκληρωμένη εικόνα της ελληνικής ταυτότητας. Η Ελλάδα είναι ο γεννήτορας της Δύσης, ο συνομιλητής της Ανατολής και ο φυσικός διαμεσολαβητής ανάμεσα σε κόσμους που συχνά αδυνατούν να επικοινωνήσουν.

Σε έναν κόσμο που επανακάμπτει σε λογικές μπλοκ, η ελληνική προοπτική δεν πρέπει να είναι αυτή του ουραγού που αποδέχεται δεδομένες ισορροπίες, αλλά αυτή του δημιουργού που γνωρίζει τη βαθύτερη δύναμή του: την ικανότητα να ενώνει εκεί όπου οι άλλοι διχάζουν. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιλέξει πλευρά — χρειάζεται να θυμηθεί ποια είναι. Μια χώρα που έδωσε στη Δύση το πνεύμα της και στην Ανατολή τη γέφυρά της. Μια χώρα που γεννήθηκε για να είναι κόμβος, όχι παρακολούθημα...

Σε αυτό το πλαίσιο, ορθά παρενέβη ο πρώην πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, υπενθυμίζοντας δημόσια ότι η Ελλάδα δεν είναι απλώς μέλος της Δύσης αλλά γεννήτοράς της, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί ιστορικά την ικανότητα να συνεργάζεται με την Ανατολή χωρίς να απεμπολεί την ταυτότητά της. Η παρέμβασή του ανέδειξε με σαφήνεια τη μεγάλη ιστορική αλήθεια: η Ελλάδα δεν πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο κόσμους πρέπει να αξιοποιήσει το μοναδικό της προνόμιο να τους ενώνει.

Η Σήψη που Αναπαράγεται: Γιατί από μια Κοινωνία σε Κρίση δεν Μπορεί να Προκύψει Κάτι Υγιές χωρίς Ριζικές Αλλαγές

Το σκάνδαλο που συγκλονίζει τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Είναι η κορυφή ενός παγόβουνου που...