Το σκάνδαλο που συγκλονίζει τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Είναι η κορυφή ενός παγόβουνου που χτίστηκε επί δεκαετίες μέσα από θεσμικές αδυναμίες, κομματικές εξαρτήσεις και κοινωνική ανοχή. Όταν ένα σύστημα επιτρέπει τη συσσώρευση εξουσίας, την απουσία ελέγχων και την αναπαραγωγή ίδιων προσώπων σε θέσεις επιρροής, τότε η διαφθορά δεν είναι ατύχημα, είναι αναμενόμενο αποτέλεσμα.
Η υπόθεση της ΓΣΕΕ ανέδειξε με ωμό τρόπο πώς η μακροχρόνια παραμονή στην εξουσία μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό αυτονομίας από τη βάση και σε πεδίο αδιαφάνειας. Όμως το ζήτημα δεν περιορίζεται στο συνδικαλιστικό κίνημα. Αγγίζει ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.
Πολλοί πολιτικοί ηγέτες της σύγχρονης Ελλάδας προέρχονται από κομματικούς μηχανισμούς που διαμορφώθηκαν σε περιβάλλοντα ισχυρής εσωτερικής ιεραρχίας και στενής σχέσης με θεσμούς όπως τα συνδικάτα. Η γνώση της λειτουργίας αυτών των μηχανισμών, των δικτύων και των ισορροπιών εξουσίας αποτελεί μέρος της πολιτικής τους διαδρομής. Σε περιόδους κρίσης, όμως, το ίδιο αυτό παρελθόν μπορεί να δημιουργεί αντιφάσεις: από τη μία, η ανάγκη για ανανέωση και κάθαρση, από την άλλη, η ιστορική σύνδεση με ένα σύστημα που σήμερα καταρρέει υπό το βάρος των παθογενειών του.
Την ίδια στιγμή, η πολιτική αντιπαράθεση αξιοποιεί τα σκάνδαλα ως εργαλείο. Κόμματα που έχουν βρεθεί στο επίκεντρο υποθέσεων διαφθοράς προβάλλουν άλλες υποθέσεις για να διαμορφώσουν αφήγημα ηθικής υπεροχής. Η δικαιοσύνη, πιεσμένη να αποκαταστήσει το κύρος της, εμφανίζεται πιο δραστήρια σε υποθέσεις όμως που δεν αγγίζουν άμεσα τον πυρήνα της πολιτικής εξουσίας. Έτσι δημιουργείται ένα περιβάλλον επιλεκτικής ευαισθησίας, όπου η ουσία χάνεται πίσω από τη σκοπιμότητα.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η κοινωνία βυθίζεται σε κρίση εμπιστοσύνης. Οι νέοι, βλέποντας ένα σύστημα που μοιάζει ακίνητο, αντιδρούν με οργή. Τα επεισόδια στη Θεσσαλονίκη δεν είναι τυχαία. Είναι η έκφραση μιας γενιάς που νιώθει ότι δεν έχει φωνή, ότι δεν έχει προοπτική, ότι δεν έχει λόγο να πιστέψει σε θεσμούς που δεν αλλάζουν. Όταν η πολιτική πραγματικότητα μοιάζει αμετάβλητη, η βία γίνεται —λανθασμένα αλλά κατανοητά— η γλώσσα της απελπισίας.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει:
Πώς μπορεί να γεννηθεί κάτι υγιές μέσα από μια κοινωνία που έχει μάθει να λειτουργεί μέσα στη σήψη;
Η απάντηση είναι ότι δεν μπορεί, αν δεν αλλάξει η ίδια η κοινωνία.
Και αυτή η αλλαγή δεν είναι μόνο θεσμική. Είναι βαθιά πολιτισμική.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα συλλογική παιδεία. Μια παιδεία που να καλλιεργεί κριτική σκέψη, όχι παθητική αποδοχή. Μια παιδεία που να ενθαρρύνει τη συμμετοχή, όχι την ανάθεση. Μια παιδεία που να διδάσκει ότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί από μόνη της, απαιτεί ενεργούς πολίτες, ενημερωμένους, απαιτητικούς, ανυποχώρητους απέναντι στη διαφθορά και την αυθαιρεσία.
Χωρίς αυτή τη μεταστροφή, κάθε θεσμική μεταρρύθμιση θα είναι επιφανειακή.
Χωρίς κοινωνική πίεση, κάθε υπόσχεση κάθαρσης θα είναι πρόσκαιρη.
Χωρίς κριτική αντίληψη, κάθε νέο πρόσωπο θα εγκλωβίζεται στα ίδια παλιά μοτίβα.
Η ανανέωση δεν θα έρθει από τους μηχανισμούς που δημιούργησαν το πρόβλημα.
Θα έρθει μόνο όταν η κοινωνία αποφασίσει να διεκδικήσει ξανά τον δημόσιο χώρο, τη δημοκρατία, την αξιοπρέπεια και το μέλλον της.
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική επιλογή:
να συνεχίσει να αναπαράγει τη σήψη ή να απαιτήσει ριζική αλλαγή.
Και αυτή η επιλογή δεν ανήκει σε κανέναν πολιτικό.
Ανήκει στους πολίτες…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου