Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Η ιστορική μνήμη της πόλης και η περίπτωση του Φάρου της Αλεξανδρούπολης


Η ιστορική μνήμη αποτελεί θεμελιώδη συνιστώσα της τοπικής ταυτότητας και του πολιτισμικού κεφαλαίου μιας κοινωνίας. Τα τοπόσημα των πόλεων δεν είναι απλώς σημεία αισθητικής αναφοράς ή τουριστικής έλξης, λειτουργούν ως φορείς ιστορικών αφηγήσεων, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν και διαμορφώνοντας την ταυτότητα των πολιτών. Στην περίπτωση της Αλεξανδρούπολης, ο Φάρος αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η επιφανειακή γνώση της ιστορίας του υπογραμμίζει τη γενικότερη τάση αδυναμίας ή αδιαφορίας για τη διατήρηση της συλλογικής μνήμης.

Η ιστορική μνήμη μιας πόλης υπερβαίνει την απλή καθημερινότητα ή την επιβίωση των κατοίκων της. Η άγνοια ή η αδιαφορία για την τοπική ιστορία περιορίζει τον ρόλο των πολιτών σε εκείνον των επισκεπτών, αποκόπτοντάς τους από την ενεργό συμμετοχή στη διατήρηση της πολιτισμικής τους κληρονομιάς. Η αμέλεια αυτή καθίσταται εμφανής σε περιπτώσεις όπου μνημεία και τοπόσημα φωτογραφίζονται και μνημονεύονται επιφανειακά, χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον για την ιστορική τους σημασία. Η πρακτική αυτή υπονομεύει την ικανότητα της κοινωνίας να διαφυλάξει και να μεταδώσει τη συλλογική μνήμη στις επόμενες γενιές.

Ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιφανειακής διαχείρισης της ιστορίας. Η πλειονότητα των επίσημων και ανεπίσημων πηγών αναφέρει ότι εγκαινιάστηκε την 1η Ιουνίου 1880. Ωστόσο, έρευνες υποδεικνύουν ότι η κατασκευή του είναι μεταγενέστερη του 1897, γεγονός που συχνά παραλείπεται ή αγνοείται. Οι ημερομηνίες που καταγράφονται σε επίσημες πηγές του Δήμου ή άλλων φορέων εμφανίζονται συχνά χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, περιοριζόμενες σε μια απλή καταγραφή γεγονότων, χωρίς κριτική αξιολόγηση των ιστορικών πηγών. Η παράλειψη αυτή οδηγεί σε ανακρίβειες που συχνά επαναλαμβάνονται σε δημοσιεύματα, οδηγώντας σε παραπληροφόρηση των πολιτών.

Η περίπτωση του Φάρου όμως  δεν είναι μοναδική. Πολλαπλά παραδείγματα στην πόλη δείχνουν την επιφανειακή διαχείριση της τοπικής μνήμης. Σε πρόσφατη έρευνα σχετικά με την παρουσία του Αχιλλέα Σαμοθράκη, διαπιστώθηκε ότι μόνο μία οδός στη Θεσσαλονίκη τον μνημονεύει, πιθανόν λόγω πρωτοβουλιών της Θρακικής Εστίας Θεσσαλονίκης και του Πολύδωρα Παπαχριστοδούλου. Παράλληλα, η ίδια κοινωνία ονοματοδοτεί δημόσιους χώρους με βάση πρόσωπα που είναι οικεία στους πολίτες ή έχουν καταγραφεί σε προσωπικές συσκευές, χωρίς να εξετάζεται η ιστορική ή κοινωνική τους σημασία. Η επιφανειακή γνώση, η φωτογράφιση και οι πρόχειρες αναφορές δεν αντικαθιστούν την συστηματική μελέτη και εμβάθυνση στη συλλογική ιστορία.

Ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης δεν αποτελεί απλώς ένα αισθητικό ή τουριστικό σημείο αναφοράς, είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας της πόλης και της ιστορικής της διαδρομής. Η γνώση της αληθινής του ιστορίας αποτελεί υποχρέωση κάθε πολίτη που επιθυμεί να κατανοήσει και να σεβαστεί τον τόπο του. Η ιστορική μνήμη απαιτεί μελέτη, τεκμηρίωση και κριτική αξιολόγηση των πηγών, ώστε οι πολίτες να γίνουν πραγματικοί φορείς της πολιτισμικής κληρονομιάς και να αποφευχθεί η απλή αναπαραγωγή επιφανειακών πληροφοριών. Η διαφύλαξη της ιστορίας δεν είναι μόνο ζήτημα γνώσης, αλλά και πολιτισμικής ευθύνης και συλλογικής συνείδησης.


Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

Ελλάδα: Ο Γεννήτορας του Δυτικού Πολιτισμού και η Διαχρονική Γεφυροποιός Ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή

Σε μια εποχή όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις συσσωρεύονται και οι ισορροπίες μεταβάλλονται με ταχύτητα, η Ελλάδα επανέρχεται στο προσκήνιο ως χώρα συμβολική αλλά και ουσιαστική. Από τη μία πλευρά ακούγονται δηλώσεις ότι «η Ελλάδα ανήκει στη Δύση», από την άλλη όμως η οικονομική και εμπορική της πραγματικότητα παραμένει συνδεδεμένη με την Ανατολή, όπως έδειξαν οι πρόσφατες αντιδράσεις της Κίνας στις τοποθετήσεις της Αμερικανίδας πρέσβη και οι διαβεβαιώσεις των Ελλήνων αξιωματούχων για σεβασμό των συμφωνιών στο λιμάνι του Πειραιά. Αυτή η διττή κατάσταση συχνά εκλαμβάνεται ως αντίφαση· στην πραγματικότητα, όμως, αποτελεί το απόσταγμα τριών χιλιάδων ετών ελληνικής ιστορίας.


Η Ελλάδα δεν είναι απλώς μια ακόμη δυτική χώρα: είναι ο γεννήτορας του δυτικού πολιτισμού. Οι θεμελιώδεις έννοιες που διαμόρφωσαν τη Δύση —η λογική έρευνα, η φιλοσοφία, η δημοκρατία, το θέατρο, η πολιτική θεωρία, η επιστημονική σκέψη— ιδρύθηκαν στην ελληνική αρχαιότητα. Δεν πρόκειται για ένα απλό πολιτισμικό αποτύπωμα, αλλά για τον πυρήνα της δυτικής ταυτότητας. Η Ευρώπη μπορεί να διεκδικεί τη σύγχρονη πολιτική και οικονομική της μορφή, όμως το πνευματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε είναι ελληνικό. Η συζήτηση περί «ένταξης της Ελλάδας στη Δύση» θα ήταν αδιανόητη χωρίς την προϋπόθεση ότι αυτός ο πολιτισμικός κόσμος είναι γέννημα της ελληνικής εμπειρίας.

Παρά ταύτα, η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ αποκλειστικά δυτική. Από την αρχαϊκή εποχή έως σήμερα, το ελληνικό στοιχείο ανέπνεε με δύο πνεύμονες: τον πνεύμονα της Δύσης —την οποία γέννησε— και τον πνεύμονα της Ανατολής —με την οποία διατηρούσε αδιάλειπτη επαφή. Η ελληνική ναυτοσύνη και το εμπορικό δαιμόνιο έφεραν τους Έλληνες σε στενή επαφή με Μικρά Ασία, Φοινίκη, Αίγυπτο, Συρία και Μαύρη Θάλασσα. Οι εμπορικές αυτές σχέσεις δεν υπήρξαν περιθωριακές, αλλά καθοριστικές: από εκεί προήλθαν οι πρώτες γεωμετρικές γνώσεις, τεχνικές κατεργασίας μετάλλων, διοικητικές πρακτικές και καλλιτεχνικές επιρροές. Η ελληνική ταυτότητα διαμορφώθηκε, επομένως, μέσα σε μια διαρκή ανταλλαγή.

Η κορύφωση αυτής της εξωστρέφειας εμφανίζεται στον Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος δεν έστρεψε το βλέμμα του προς τη Δύση, αλλά προς την Ανατολή. Η εκστρατεία του δεν υπήρξε απλώς στρατιωτική· αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη πολιτισμική παγκοσμιοποίηση, όπου ελληνικά, περσικά, αιγυπτιακά και ινδικά στοιχεία συνυφάνθηκαν σε έναν ενιαίο χώρο πολιτισμού και ανταλλαγής. Ο ελληνιστικός κόσμος που δημιουργήθηκε στην Ασία υπήρξε η πιο προωθημένη μορφή διαπολιτισμικότητας της αρχαιότητας. Αυτή η κληρονομιά καθιστά την Ελλάδα όχι μόνο ιδρυτή της Δύσης, αλλά και δημιουργό πολιτισμικών συνθέσεων με την Ανατολή.

Κατά τον μεσαιωνικό και πρώιμο νεότερο χρόνο, το Βυζάντιο και αργότερα οι Έλληνες της διασποράς συνέχισαν την εμπορική και πνευματική τους δράση στην Ανατολή. Ακόμη και υπό οθωμανική κυριαρχία, οι Έλληνες έμποροι διαχειρίστηκαν μεγάλα τμήματα του εμπορίου στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα ουδέποτε αποκόπηκε από την Ανατολή — αντιθέτως, συνέχισε να λειτουργεί ως μεσολαβητής ανάμεσα σε δύο κόσμους που συχνά συγκρούονταν μεταξύ τους.

Αυτή η ιστορική συνέχεια εξηγεί και τη σύγχρονη συγκυρία. Οι δηλώσεις της Αμερικανίδας πρέσβη, που υπογράμμισαν την ανάγκη ενίσχυσης της αμερικανικής επιρροής σε ελληνικές υποδομές, έδωσαν το έναυσμα για την κινεζική αντίδραση, η οποία υπενθύμισε ότι η συνεργασία Ελλάδας–Κίνας έχει βαθιές ρίζες και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με ψυχροπολεμικούς όρους. Η ελληνική κυβέρνηση, επιμένοντας ότι θα τηρήσει τις συμφωνίες με την Cosco, δεν εξέφρασε μια πολιτική ιδιοτροπία, αλλά την αναγνώριση μιας πραγματικότητας που είναι ταυτόχρονα οικονομική και ιστορική: η Ελλάδα ήταν ανέκαθεν κόμβος ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Το λιμάνι του Πειραιά —που στην αρχαιότητα υπήρξε κέντρο παγκόσμιου εμπορίου— απλώς επανακτά τον διαχρονικό του ρόλο.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα «ανήκει στη Δύση» ή «στρέφεται προς την Ανατολή». Η Ελλάδα ίδρυσε τη Δύση, αλλά δεν περιορίστηκε ποτέ σε αυτήν. Η γεωγραφία, η ιστορία και η θαλάσσια φύση της την καθιστούν οργανικά πολυκεντρική. Ο ισχυρισμός ότι «ανήκουμε στη Δύση» έχει θεσμική και πολιτική αξία, αλλά δεν αποτυπώνει την ολοκληρωμένη εικόνα της ελληνικής ταυτότητας. Η Ελλάδα είναι ο γεννήτορας της Δύσης, ο συνομιλητής της Ανατολής και ο φυσικός διαμεσολαβητής ανάμεσα σε κόσμους που συχνά αδυνατούν να επικοινωνήσουν.

Σε έναν κόσμο που επανακάμπτει σε λογικές μπλοκ, η ελληνική προοπτική δεν πρέπει να είναι αυτή του ουραγού που αποδέχεται δεδομένες ισορροπίες, αλλά αυτή του δημιουργού που γνωρίζει τη βαθύτερη δύναμή του: την ικανότητα να ενώνει εκεί όπου οι άλλοι διχάζουν. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιλέξει πλευρά — χρειάζεται να θυμηθεί ποια είναι. Μια χώρα που έδωσε στη Δύση το πνεύμα της και στην Ανατολή τη γέφυρά της. Μια χώρα που γεννήθηκε για να είναι κόμβος, όχι παρακολούθημα...

Σε αυτό το πλαίσιο, ορθά παρενέβη ο πρώην πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, υπενθυμίζοντας δημόσια ότι η Ελλάδα δεν είναι απλώς μέλος της Δύσης αλλά γεννήτοράς της, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί ιστορικά την ικανότητα να συνεργάζεται με την Ανατολή χωρίς να απεμπολεί την ταυτότητά της. Η παρέμβασή του ανέδειξε με σαφήνεια τη μεγάλη ιστορική αλήθεια: η Ελλάδα δεν πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο κόσμους πρέπει να αξιοποιήσει το μοναδικό της προνόμιο να τους ενώνει.

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

Ο Έβρος που η Ελλάδα Ξέχασε να Μελετήσει


Πρόσφατα βρέθηκα σε μια εκδήλωση με θέμα «Η Αλεξανδρούπολη κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο». Η εισήγηση ήταν αξιοπρεπής, στηριγμένη στην επίσημη εθνική ιστοριογραφία και σε πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Κι όμως, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της βραδιάς δεν ήταν η παρουσίαση, αλλά οι ερωτήσεις που ακολούθησαν. Ερωτήματα απλά, ουσιαστικά, σχεδόν αυτονόητα, ειπώθηκαν από το κοινό – πολλά από αυτά από εκπαιδευτικούς. Άλλα απαντήθηκαν, άλλα έμειναν μετέωρα. Το γενικό συμπέρασμα, ωστόσο, ήταν εκκωφαντικό: ο κόσμος θέλει να μάθει, αλλά μέχρι σήμερα δεν είχε τη δυνατότητα να μάθει.
Δεν είναι δυνατόν, έναν αιώνα μετά, να παραμένει ανοιχτό το βασικό ερώτημα για το αν η περιοχή «ενσωματώθηκε» ή «απελευθερώθηκε». Δεν είναι δυνατόν να μην γνωρίζουμε με σαφήνεια ποια ήταν τα κομιτάτα της Θράκης, ποια ήταν η επίσημη γλώσσα της διοίκησης από τους Βαλκανικούς Πολέμους μέχρι την ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό, ποια ήταν η πληθυσμιακή σύνθεση, ποιο καθεστώς ίσχυε σε ποια περίοδο. Κι όμως, αυτά τα θεμελιώδη ζητήματα αναδύονται ως απορίες σε μια απλή εκδήλωση. Κι αυτό δεν είναι ευθύνη ούτε των ανθρώπων που ρωτούν ούτε των ανθρώπων που απαντούν – είναι προϊόν μιας ευρύτερης, βαθιάς ιστοριογραφικής ανεπάρκειας.
Ο Έβρος είναι ένας τόπος όπου η ιστορία δεν βρίσκεται ποτέ σε ησυχία. Είναι σύνορο, κόμβος, τόπος προσφυγιάς και επιδρομών, αρχαίος διάδρομος εμπορίου και στρατευμάτων. Θα περίμενε κανείς ένας τέτοιος τόπος να έχει πλούσια, συστηματική και συνεχώς ανανεούμενη ιστορική βιβλιογραφία. Κι όμως, ενώ αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πεδία της νεότερης ελληνικής ιστορίας, η επιστημονική καταγραφή του παρελθόντος του παραμένει αποσπασματική, συχνά ελλιπής και συχνά ανύπαρκτη. Το παράδοξο είναι πως – όπως στην Αλεξανδρούπολη – γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τον Έβρο της οθωμανικής περιόδου, παρά για τον Έβρο της ελληνικής.
Αυτό δεν συμβαίνει τυχαία. Το σύγχρονο τουρκικό κράτος έχει φροντίσει συστηματικά να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη των άλλοτε πατρίδων του. Περιοχές όπως ο Δεδέαγατς, το Σουφλί, το Διδυμότειχο και δεκάδες ακόμη οικισμοί της Θράκης έχουν αποτελέσει αντικείμενο λεπτομερούς μελέτης από κρατικά αρχεία, ακαδημαϊκά ιδρύματα και ερευνητικά κέντρα. Οθωμανικά κατάστιχα, δημοτολόγια, φορολογικά μητρώα, αρχεία υποδομών και εμπορίου έχουν οργανωθεί και ψηφιοποιηθεί. Σήμερα ένας ερευνητής μπορεί να ανασυνθέσει με εκπληκτική ακρίβεια τη ζωή της περιοχής πριν από το 1920: ποιοι ζούσαν εδώ, τι παρήγαγαν, πώς κινούνταν ο πληθυσμός, ποιες ήταν οι ισορροπίες και οι εντάσεις.
Αντίθετα, για την ελληνική περίοδο η εικόνα αλλάζει απότομα. Μετά το 1920, η ιστοριογραφία του Έβρου μοιάζει σαν κάποιος να της τράβηξε το καλώδιο από την πρίζα. Η συστηματική έρευνα είναι περιορισμένη, τα δημόσια αρχεία συχνά αποδιοργανωμένα, τα πανεπιστήμια δεν ανέπτυξαν ειδικευμένα κέντρα νεότερης ιστορίας, και όλη η δουλειά έχει μείνει στους ώμους λίγων, αποσπασματικών προσπαθειών. Τα σημαντικά γεγονότα συχνά καταγράφονται μέσα από επετειακά λευκώματα ή ερασιτεχνικές αναδρομές – όχι μέσα από οργανωμένη επιστημονική μεθοδολογία. Το αποτέλεσμα είναι ένα ιστορικό μωσαϊκό χωρίς συνοχή, χωρίς βάθος, χωρίς σύνδεση.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο ακαδημαϊκό. Είναι πολιτικό, κοινωνικό. Όταν μια κοινωνία δεν έχει πρόσβαση στη γνώση της δικής της ιστορίας, δεν μπορεί να κατανοήσει ούτε τη διαδρομή της ούτε το μέλλον της...


Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

Επενδύσεις στα χαρτιά, οφέλη για λίγους: το ελληνικό ενεργειακό παράδοξο

 Σήμερα τα κρατικοδίαιτα μέσα ενημέρωσης γέμισαν με τίτλους που μιλούσαν για «ιστορική συμφωνία» ανάμεσα στην ExxonMobil, τη Helleniq Energy και την Energean, για την έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στο Ιόνιο. Οι εικόνες ήταν εντυπωσιακές, τα δελτία ειδήσεων πανηγυρικά, και οι δηλώσεις των αξιωματούχων γεμάτες από τη γνωστή ρητορική περί «εθνικής επιτυχίας» και «ενεργειακής ανεξαρτησίας». Όμως, πίσω από τους πομπώδεις τίτλους, κρύβεται μια πραγματικότητα πολύ λιγότερο λαμπερή: η Ελλάδα, και κατ’ επέκταση ο Έλληνας πολίτης, δεν έχει ουσιαστικά τίποτα να κερδίσει από αυτές τις συμφωνίες.


Οι συμβάσεις που υπογράφονται με τις πολυεθνικές δεν είναι ισότιμες συνεργασίες. Δεν πρόκειται για συνεταιρισμούς όπου η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά στην εκμετάλλευση των πόρων της, αλλά για παραχωρήσεις: το ελληνικό κράτος δίνει άδεια σε ιδιωτικές εταιρείες να ερευνήσουν και, εφόσον εντοπίσουν κοιτάσματα, να τα εκμεταλλευτούν με αντάλλαγμα ένα μικρό ποσοστό επί των καθαρών κερδών. Συνήθως, αυτό το ποσοστό κυμαίνεται γύρω στο 20 με 25% — πολύ χαμηλότερο σε σχέση με ό,τι ισχύει σε άλλες χώρες που διαθέτουν φυσικούς πόρους.

Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της ανισότητας, αρκεί μια σύγκριση: στη Νορβηγία, το κράτος συμμετέχει ενεργά μέσω της κρατικής εταιρείας Equinor και απολαμβάνει ποσοστά που φτάνουν το 70% έως 78% των συνολικών εσόδων. Η Αίγυπτος εφαρμόζει σύστημα διαμοιρασμού παραγωγής, κρατώντας περίπου το 50 με 60%. Στην Αλγερία, η κρατική εταιρεία Sonatrach έχει το πλειοψηφικό μερίδιο σε κάθε κοινοπραξία. Αντίθετα, η Ελλάδα περιορίζεται σε έναν ρόλο παρατηρητή, παραχωρώντας τον φυσικό της πλούτο για ψίχουλα.

Το ερώτημα είναι γιατί μια χώρα που διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα, υπογράφει τόσο άνισες συμφωνίες. Η απάντηση είναι πολιτική και οικονομική. Μετά από χρόνια κρίσης, δημοσιονομικής επιτήρησης και ανάγκης για ξένες επενδύσεις, η Ελλάδα βρίσκεται σε θέση αδυναμίας. Δέχεται όρους που υπαγορεύουν οι μεγάλες εταιρείες, ελπίζοντας σε μελλοντικά οφέλη, τα οποία σπάνια υλοποιούνται. Παράλληλα, η παρουσία μιας αμερικανικής υπερδύναμης όπως η ExxonMobil παρουσιάζεται και ως «γεωπολιτικό χαρτί» — μια μορφή ασφάλειας απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα. Όμως, η στρατηγική αυτή δεν μεταφράζεται σε ουσιαστικό οικονομικό κέρδος για τη χώρα.

Ακόμα πιο απογοητευτικό είναι το γεγονός ότι ο Έλληνας πολίτης μένει εντελώς εκτός εξίσωσης. Δεν αποκομίζει κάποιο άμεσο όφελος: δεν μειώνεται η τιμή της ενέργειας, δεν δημιουργούνται σταθερές και καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας, και φυσικά δεν υπάρχει κανένα μερίδιο στα πιθανά κέρδη. Τα έσοδα που ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον, αν υπάρξει όντως παραγωγή, θα χαθούν μέσα στα κρατικά ταμεία χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο διαχείρισης ή επένδυσης. Οι πολυεθνικές, από την άλλη, απολαμβάνουν ευνοϊκή φορολόγηση και νομική προστασία μέσω διεθνών συμβάσεων.

Η Ελλάδα θα μπορούσε να ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο. Θα μπορούσε να δημιουργήσει κρατική εταιρεία ενέργειας που να συμμετέχει στις κοινοπραξίες, να επιβάλει διαμοιρασμό παραγωγής αντί για απλή παραχώρηση, και να κατευθύνει τα έσοδα σε ειδικό ταμείο ενεργειακής ασφάλειας — όπως έκανε η Νορβηγία με το περίφημο «Ταμείο Πλούτου» της. Αντ’ αυτού, οι αποφάσεις λαμβάνονται βιαστικά, χωρίς διαφάνεια και χωρίς δημόσιο διάλογο, με μοναδικό στόχο να παρουσιαστεί μια «επενδυτική επιτυχία» στα δελτία ειδήσεων.

Η αλήθεια είναι απλή: η Ελλάδα μπορεί να υπογράφει συμφωνίες, αλλά δεν έχει τη δύναμη να τις επιβάλει προς όφελός της. Ο φυσικός της πλούτος μετατρέπεται σε όχημα κερδοσκοπίας για πολυεθνικά συμφέροντα, ενώ ο πολίτης παραμένει θεατής. Αν δεν υπάρξει εθνική στρατηγική που να διεκδικήσει πραγματικά το μερίδιο που της ανήκει, η χώρα θα συνεχίσει να παραχωρεί — αντί να αξιοποιεί.

Οι τίτλοι μπορεί να είναι εντυπωσιακοί, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια: οι υδρογονάνθρακες του Ιονίου δεν είναι εθνική επιτυχία· είναι ακόμη ένα παράδειγμα του πώς ο πλούτος της Ελλάδας περνά στα χέρια άλλων, ενώ οι πολίτες της μένουν με τις υποσχέσεις.


Η ενεργειακή πολιτική Ελλάδας και Τουρκίας: δύο αντίθετα μοντέλα με κοινό θύμα τον πολίτη

Η ενεργειακή πολιτική της Ελλάδας και της Τουρκίας μετά την έναρξη του ρωσοουκρανικού πολέμου αποκαλύπτει δύο διαφορετικά μοντέλα διαχείρισης κρίσης, με κοινό παρονομαστή την επιβάρυνση των πολιτών αλλά σε διαφορετική ένταση και μορφή. Η Ελλάδα, ακολουθώντας τη γραμμή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προχώρησε σε πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο και στράφηκε στο αμερικανικό LNG, το οποίο, αν και ενισχύει την ενεργειακή ανεξαρτησία από τη Μόσχα, συνεπάγεται πολύ υψηλότερο κόστος. Το ελληνικό κράτος λειτουργεί μέσα σε ένα πλαίσιο ελεύθερης αγοράς όπου οι τιμές καθορίζονται από διεθνείς αγορές και επιβαρύνονται από περιβαλλοντικούς φόρους, μεταφορικά κόστη και κερδοφορία ενδιάμεσων εταιρειών. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Έλληνας καταναλωτής πληρώνει ένα από τα ακριβότερα τιμολόγια ενέργειας στην Ευρώπη, τη στιγμή που το πραγματικό του εισόδημα έχει συρρικνωθεί, οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι σε επίπεδα του 2009 και ο πληθωρισμός του 2025 απορροφά κάθε περιθώριο διαβίωσης. Η διαφάνεια που επικαλείται το θεσμικό πλαίσιο της Ε.Ε. δεν σημαίνει απαραίτητα δικαιοσύνη, αντίθετα, η αγορά λειτουργεί προς όφελος συγκεκριμένων επιχειρηματικών κύκλων που αποκομίζουν υπερκέρδη μέσα από την ενεργειακή αστάθεια. Ο πολίτης, χωρίς ουσιαστική κρατική προστασία και χωρίς αυξήσεις στους μισθούς που να συμβαδίζουν με την ακρίβεια, βρίσκεται εγκλωβισμένος σε ένα σύστημα που τιμωρεί τη νομιμότητα αντί να την ανταμείβει.

Στον αντίποδα, η Τουρκία, αν και αυταρχική πολιτικά, ακολουθεί μια πιο πραγματιστική πολιτική στο ενεργειακό πεδίο. Διατηρεί ενεργές τις ροές ρωσικού φυσικού αερίου, εξασφαλίζει διμερείς εκπτώσεις και επιδοτεί μαζικά το κόστος για τα νοικοκυριά. Έτσι, ο μέσος Τούρκος πολίτης πληρώνει πολύ λιγότερο για την ενέργεια, ακόμη κι αν η χώρα του υφίσταται δημοσιονομικές πιέσεις ή νομισματική αστάθεια. Η τουρκική κυβέρνηση αντιλαμβάνεται το ενεργειακό κόστος ως κοινωνικό παράγοντα σταθερότητας και όχι ως απλό οικονομικό δείκτη. Αντίθετα, η Ελλάδα, υπό καθεστώς ευρωπαϊκής συμμόρφωσης, έχει αποδεχθεί τη λογική ότι η αγορά “αυτορρυθμίζεται”· στην πράξη όμως αυτή η ρύθμιση λειτουργεί εις βάρος όσων δεν έχουν διαπραγματευτική δύναμη, δηλαδή των νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων.

Όσοι μιλούν για το «γεωστρατηγικό αποτύπωμα» της Ελλάδας, οφείλουν να γνωρίζουν ότι η Τουρκία, παρότι μέλος του ΝΑΤΟ, αρνήθηκε πρόσφατα να υποταχθεί πλήρως στην πολιτική του αμερικανικού φυσικού αερίου, χωρίς όμως να αποχωρήσει από τη Συμμαχία. Αντίθετα, διατήρησε την ανεξαρτησία των επιλογών της, εξασφάλισε νέες ενεργειακές συμφωνίες και παράλληλα συνεχίζει την πορεία της προς την απόκτηση προηγμένων οπλικών συστημάτων, όπως το πρόγραμμα των Eurofighter, με τη στήριξη συμμάχων. Έτσι, ενισχύει τη διαπραγματευτική της θέση τόσο ενεργειακά όσο και αμυντικά, αποδεικνύοντας ότι η γεωπολιτική επιρροή δεν προκύπτει από συμμόρφωση αλλά από ευέλικτη στρατηγική.

Η σύγκριση των δύο χωρών δείχνει πως η ενεργειακή στρατηγική δεν είναι μόνο θέμα γεωπολιτικής επιλογής αλλά κοινωνικής προτεραιότητας. Η Ελλάδα προβάλλει την εικόνα του αξιόπιστου εταίρου της Δύσης, αλλά στο εσωτερικό το τίμημα αυτής της επιλογής το πληρώνει ο πολίτης με χαμηλούς μισθούς, υπερφορολόγηση και ενεργειακή ανασφάλεια. Η Τουρκία, παρότι εξαρτημένη από τη Ρωσία, καταφέρνει να κρατά χαμηλές τιμές και να διατηρεί κοινωνική συνοχή μέσω κρατικού παρεμβατισμού. Σε τελική ανάλυση, η “ευρωπαϊκή ορθότητα” της Ελλάδας δεν μεταφράζεται σε ευημερία για τον πολίτη αλλά σε μια ακριβοπληρωμένη ασφάλεια χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Ο Έλληνας ζει με μισθό δεκαπενταετίας και λογαριασμούς του μέλλοντος, σε μια χώρα που έχει αποδεχθεί την ακρίβεια ως φυσικό φαινόμενο. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ενεργειακό, είναι πολιτικό, οικονομικό και βαθιά κοινωνικό, γιατί όταν μια χώρα φτωχαίνει τους πολίτες της στο όνομα της σταθερότητας, τότε η ίδια της η σταθερότητα παύει να έχει νόημα. Μ.Δ. 

Η ιστορική μνήμη της πόλης και η περίπτωση του Φάρου της Αλεξανδρούπολης

Η ιστορική μνήμη αποτελεί θεμελιώδη συνιστώσα της τοπικής ταυτότητας και του πολιτισμικού κεφαλαίου μιας κοινωνίας. Τα τοπόσημα των πόλεων...