Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Από το σταυροδρόμι των αυτοκρατοριών στη Συνομοσπονδία του Αιγαίου


Γράφω αυτές τις σκέψεις με αφορμή τις πρόσφατες εντάσεις που για ακόμη μία φορά εμφανίζονται στις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας. Εντάσεις πραγματικές ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδεχομένως διογκωμένες από την πολιτική και τη δημόσια συζήτηση, δεν είναι αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία για τον προβληματισμό που ακολουθεί. Σημασία έχει κάτι βαθύτερο: Για πόσο ακόμη θα επιτρέπουμε στην Ιστορία να μας υπαγορεύει ότι Ελλάδα και Τουρκία πρέπει να βλέπουν η μία την άλλη κυρίως ως αντίπαλο; Δεν γράφω αυτές τις γραμμές για να υποστηρίξω ότι οι διαφορές μεταξύ των δύο χωρών δεν είναι υπαρκτές – είναι. Ούτε για να υποβαθμίσω τις ιστορικές μνήμες, τις διαφορετικές εθνικές αντιλήψεις ή τα ζητήματα ασφάλειας που εξακολουθούν να υπάρχουν. Τις γράφω όμως επειδή, κοιτάζοντας τη σημερινή πραγματικότητα, αναρωτιέμαι αν πίσω από την αντιπαράθεση χάνουμε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Χάνουμε τη γεωγραφία μας. Και μαζί της, ίσως, χάνουμε μια ιστορική ευκαιρία σε έναν κόσμο που αλλάζει. Υπάρχουν τόποι στον κόσμο που η γεωγραφία τους δεν τους επιτρέπει ποτέ να είναι πραγματικά περιφερειακοί. Η Ελλάδα και η Τουρκία ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Στο σημείο όπου συναντώνται η Ευρώπη και η Ασία, το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος, τα Βαλκάνια, η Μαύρη Θάλασσα, ο Καύκασος και η Μέση Ανατολή, γράφτηκε ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας του κόσμου. Η περιοχή αυτή δεν υπήρξε απλώς ένας τόπος κατοίκησης λαών, αλλά πέρασμα, γέφυρα, εμπορικός δρόμος, πεδίο σύγκρουσης και, πολλές φορές, κέντρο αυτοκρατοριών. Από τον αρχαίο ελληνικό και τον ελληνιστικό κόσμο, μέσα από τις διαδοχικές αυτοκρατορικές δυνάμεις της Ανατολικής Μεσογείου, έως τη Ρωμαϊκή και την Ανατολική Ρωμαϊκή – τη μετέπειτα Βυζαντινή – Αυτοκρατορία και, αργότερα, την Οθωμανική, η ίδια γεωγραφία απέκτησε ξανά και ξανά παγκόσμια σημασία. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μετέτρεψε τη Μεσόγειο σε έναν ενιαίο χώρο πολιτικής και οικονομικής ισχύος. Όταν η Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατέρρευσε, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία συνέχισε για περίπου μία ακόμη χιλιετία, με την Κωνσταντινούπολη στο κέντρο ενός κόσμου που ένωνε την Ευρώπη με την Ασία. Αργότερα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη και δημιούργησε μια ακόμη μεγάλη αυτοκρατορική δομή που εκτεινόταν σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική. Τέσσερις διαφορετικές ιστορικές εποχές, διαφορετικοί λαοί, διαφορετικές θρησκείες, διαφορετικά πολιτικά συστήματα. Και όμως, μια κοινή γεωγραφία. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να θυμόμαστε: Η γεωγραφία δεν αλλάζει. Οι αυτοκρατορίες αλλάζουν. Και σήμερα; Σήμερα δεν υπάρχουν αυτοκρατορίες με την κλασική έννοια. Υπάρχουν κράτη, συμμαχίες, οικονομικοί οργανισμοί και δίκτυα εμπορίου. Όμως η γεωγραφική σημασία της περιοχής παραμένει. Η Τουρκία βρίσκεται πάνω στα Στενά που συνδέουν τη Μαύρη Θάλασσα με τη Μεσόγειο και αποτελεί φυσικό πέρασμα προς τον Καύκασο, τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία. Η Ελλάδα βρίσκεται στο νότιο άκρο των Βαλκανίων, στην είσοδο της Ανατολικής Μεσογείου και με άμεση πρόσβαση προς τις θαλάσσιες οδούς της Ευρώπης. Μαζί, οι δύο χώρες βρίσκονται πάνω σε έναν τεράστιο γεωγραφικό διάδρομο: Ασία – Καύκασος – Μαύρη Θάλασσα – Τουρκία – Αιγαίο – Ελλάδα – Μεσόγειος – Ευρώπη. Αυτό δεν είναι απλώς ένας χάρτης. Είναι τεράστια οικονομική αρτηρία. Ο κόσμος στον οποίο εισερχόμαστε γίνεται ολοένα πιο πολυπολικός. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν κορυφαία παγκόσμια δύναμη, αλλά ταυτόχρονα η Κίνα έχει εξελιχθεί σε οικονομικό και τεχνολογικό γίγαντα, η Ινδία αποκτά ολοένα μεγαλύτερο βάρος, η Ρωσία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό γεωπολιτικό παράγοντα, ενώ τα κράτη του Κόλπου και άλλες περιφερειακές δυνάμεις αποκτούν αυξανόμενη επιρροή. Παράλληλα, η Ευρώπη αναζητά τον δικό της ρόλο σε έναν κόσμο στον οποίο η οικονομική ισχύς, η ενέργεια, η τεχνολογία και οι εμπορικοί δρόμοι αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία. Σε έναν τέτοιο κόσμο, η γεωγραφική θέση Ελλάδας και Τουρκίας αποκτά νέα αξία. Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα: Θα χρησιμοποιήσουμε αυτή τη γεωγραφία για να ανταγωνιζόμαστε ή για να δημιουργήσουμε κοινή ισχύ; Γιατί να ανταγωνίζονται δύο πύλες; Η Τουρκία μπορεί να αποτελέσει πύλη προς την Ανατολή. Η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει πύλη προς την Ευρώπη και τη Μεσόγειο. Αν όμως λειτουργήσουν ανταγωνιστικά, η καθεμία προσπαθεί να κερδίσει εις βάρος της άλλης. Αν λειτουργήσουν συμπληρωματικά, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερο. Γιατί να μην υπάρχει ένα κοινό δίκτυο λιμανιών; Γιατί να μην ενισχυθούν οι σιδηροδρομικές και οδικές συνδέσεις; Γιατί να μην αναπτυχθούν ενεργειακές διασυνδέσεις; Γιατί να μην υπάρξει συνεργασία στη ναυτιλία, στον τουρισμό, στην τεχνολογία και στην έρευνα; Γιατί η Ανατολική Μεσόγειος να μην παρουσιαστεί διεθνώς ως ένας ενιαίος χώρος οικονομικής δραστηριότητας; Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε σε όλα για να συνεργαζόμαστε σε όσα μπορούμε. Αυτό είναι άλλωστε το θεμέλιο κάθε μεγάλης διεθνούς συνεργασίας. Σε αυτό το σημείο η Ιστορία μάς προσφέρει ένα εξαιρετικό προηγούμενο. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν ήταν ένας πολιτικός που ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του αναζητώντας συμβιβασμό με την Τουρκία. Αντίθετα, συνδέθηκε με τη Μεγάλη Ιδέα και με μια εποχή μεγάλων ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων. Όμως η Ιστορία τον ανάγκασε να επανεξετάσει την πραγματικότητα. Μετά την τραγωδία της Μικράς Ασίας και τη ριζική αλλαγή των συσχετισμών, ο Βενιζέλος αντιλήφθηκε ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να οικοδομήσει το μέλλον της παραμένοντας εγκλωβισμένη στις συγκρούσεις του παρελθόντος. Το 1930 προχώρησε στην ελληνοτουρκική προσέγγιση και υπέγραψε με την κυβέρνηση του Μουσταφά Κεμάλ το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας. Ο χθεσινός αντίπαλος μπορούσε να γίνει αυριανός εταίρος. Και η προσέγγιση δεν σταμάτησε εκεί, καθώς οι δύο χώρες συμμετείχαν στη δημιουργία ενός ευρύτερου συστήματος βαλκανικής συνεργασίας. Αυτή η πολιτική δεν σήμαινε ότι εξαφανίστηκαν οι εθνικές διαφορές. Σήμαινε κάτι πιο ώριμο: ότι δύο χώρες μπορούν να έχουν διαφορετικά συμφέροντα και ταυτόχρονα να αντιλαμβάνονται ότι έχουν και κοινά συμφέροντα. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα του Βενιζέλου. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι η τέχνη του να παραμένεις για πάντα πιστός στους εχθρούς και στους φίλους του παρελθόντος. Είναι η τέχνη του να αντιλαμβάνεσαι εγκαίρως πότε αλλάζει η Ιστορία. Στη δεκαετία του 1930, μέσα στο κλίμα της ελληνοτουρκικής προσέγγισης, έφτασαν να διατυπωθούν ακόμη και ιδέες για βαθύτερη πολιτική συνεργασία, συμπεριλαμβανομένης της ιδέας μιας ελληνοτουρκικής συνομοσπονδίας. Σήμερα η λέξη μπορεί να ακούγεται εξωπραγματική. Ίσως όμως πρέπει να την τολμήσουμε ως σκέψη – όχι ως άμεσο πολιτικό σχέδιο, αλλά ως μακροπρόθεσμο όραμα. Μια σύγχρονη συνομοσπονδιακή σχέση δεν θα σήμαινε κατάργηση της Ελλάδας ή της Τουρκίας. Δεν θα σήμαινε ότι ο ένας λαός θα απορροφούσε τον άλλον. Δεν θα σήμαινε εγκατάλειψη της εθνικής ταυτότητας. Θα μπορούσε να σημαίνει δύο κυρίαρχα κράτη που δημιουργούν ένα πολύ υψηλότερο επίπεδο θεσμικής συνεργασίας σε συγκεκριμένους τομείς. Κοινές υποδομές. Κοινές οικονομικές πρωτοβουλίες. Ενεργειακή συνεργασία. Συνεργασία στη ναυτιλία. Επιστημονική και τεχνολογική συνεργασία. Κοινή προστασία του περιβάλλοντος του Αιγαίου. Συντονισμό στην πολιτική προστασία. Και, κυρίως, μόνιμους θεσμούς επίλυσης των διαφορών. Όχι μια ένωση που θα απαιτούσε από τους δύο λαούς να πάψουν να είναι αυτό που είναι, αλλά μια συνεργασία που θα τους επέτρεπε να είναι περισσότερο από το άθροισμα των δύο χωρών. Μια τέτοια συνεργασία θα μπορούσε να στηρίζεται σε ένα απολύτως σύγχρονο θεμέλιο. Όχι σε μια κοινή θρησκεία – ούτε στον χριστιανισμό ούτε στο Ισλάμ – αλλά σε κοινές πολιτικές αρχές: κοσμικότητα, δημοκρατία, κράτος δικαίου, σεβασμός της διαφορετικότητας, διεθνές δίκαιο και αμοιβαίο συμφέρον. Οι δύο κοινωνίες έχουν διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες και θρησκευτικές παραδόσεις, αλλά δεν χρειάζεται να τις εξαφανίσουν. Χρειάζεται να δημιουργήσουν έναν πολιτικό χώρο όπου αυτές οι διαφορές δεν θα εμποδίζουν τη συνεργασία. Ίσως αυτή να είναι η πιο σύγχρονη μορφή υπέρβασης της Ιστορίας. Σε έναν πολυπολικό κόσμο, μια τέτοια συνεργασία θα μπορούσε να δώσει στις δύο χώρες κάτι που καμία από τις δύο δεν μπορεί εύκολα να αποκτήσει μόνη της: στρατηγικό βάρος. Μαζί θα μπορούσαν να αποτελέσουν έναν ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κόμβο μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Θα μπορούσαν να συνεργάζονται στενά με την Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς να περιορίζονται αποκλειστικά σε αυτήν, να αναπτύσσουν οικονομικές σχέσεις με τη Μέση Ανατολή, να συμμετέχουν στα νέα εμπορικά δίκτυα της Ασίας, να συνδέονται με τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία, να αξιοποιούν τη ναυτιλία και τα λιμάνια τους και να λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ διαφορετικών κόσμων. Αυτό δεν θα ήταν ουδετερότητα. Θα ήταν στρατηγική αυτονομία μέσω της διασύνδεσης. Σε έναν κόσμο όπου οι μεγάλες δυνάμεις θα ανταγωνίζονται για εμπορικούς δρόμους, ενέργεια, τεχνολογία και επιρροή, η δύναμη μιας χώρας δεν θα βρίσκεται μόνο στο πόσο ισχυρή είναι, αλλά και στο πόσο απαραίτητη είναι στους άλλους. Για να είναι όμως αυτό το όραμα πραγματικά ρεαλιστικό, πρέπει να αναγνωρίζει και τις δυσκολίες. Οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν εξαφανίζονται επειδή θα αποφασίσουμε να συνεργαστούμε. Υπάρχουν ζητήματα όπως η υφαλοκρηπίδα, η ΑΟΖ, το Κυπριακό και οι διαφορετικές αντιλήψεις για την ασφάλεια στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η απάντηση δεν είναι να αγνοηθούν. Είναι να ενταχθούν σε ένα ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο, όπου οι διαφορές δεν θα αποτελούν μόνιμη απειλή σύγκρουσης, αλλά θεσμικά διαχειρίσιμα ζητήματα. Όπου αυτό είναι νομικά και πολιτικά εφικτό, θα μπορούσε να εξεταστεί η κοινή αξιοποίηση ενεργειακών πόρων και η δίκαιη κατανομή των οικονομικών οφελών, υπό την εποπτεία κοινών και ανεξάρτητων θεσμών. Δεν απαιτείται να συμφωνήσουμε σήμερα σε όλα. Απαιτείται να συμφωνήσουμε ότι καμία διαφορά δεν πρέπει να είναι ισχυρότερη από την ανάγκη για ειρήνη και συνεργασία. Μια συνομοσπονδία δεν δημιουργείται με μια υπογραφή. Χτίζεται σταδιακά. Θα μπορούσε να ξεκινήσει με μικρά, πρακτικά βήματα: διευκόλυνση μετακινήσεων, κοινά εκπαιδευτικά και ερευνητικά προγράμματα, ανταλλαγές νέων, πολιτιστικές δράσεις και συνεργασία στην προστασία του Αιγαίου. Στη συνέχεια θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα μόνιμο Συμβούλιο Οικονομικής Συνεργασίας για λιμάνια, μεταφορές, ενέργεια και υποδομές. Αργότερα, όπου υπάρχει αμοιβαία συμφωνία, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν κοινά θεσμικά όργανα με συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Και σε βάθος χρόνου, εφόσον οι κοινωνίες και οι πολιτικές ηγεσίες το επέλεγαν, θα μπορούσε να εξεταστεί μια πολύ βαθύτερη συνομοσπονδιακή σχέση. Ο στόχος δεν θα ήταν να επιβληθεί ένα σχέδιο στους δύο λαούς. Ο στόχος θα ήταν να δημιουργηθεί τόσο μεγάλη αλληλεξάρτηση και τόσο ισχυρό κοινό συμφέρον, ώστε η συνεργασία να γίνει πιο συμφέρουσα από την αντιπαράθεση. Σε έναν κόσμο που γίνεται πολυπολικός, η δύναμη δεν βρίσκεται μόνο στο να επιλέγεις στρατόπεδο. Βρίσκεται και στην ικανότητα να συνδέεις διαφορετικούς κόσμους. Η Ελλάδα και η Τουρκία θα μπορούσαν να είναι ευρωπαϊκές χωρίς να αποκόπτονται από την Ανατολή. Να συνεργάζονται με τη Μέση Ανατολή χωρίς να εγκαταλείπουν την Ευρώπη. Να συμμετέχουν στα δίκτυα εμπορίου της Ασίας χωρίς να μετατρέπονται σε δορυφόρους κανενός. Να συνδέονται με τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία. Να αξιοποιούν τη ναυτιλία, τα λιμάνια, την ενέργεια, τον τουρισμό και την τεχνολογία. Και να λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ διαφορετικών κόσμων. Αυτό δεν θα ήταν απομόνωση. Δεν θα ήταν ουδετερότητα. Θα ήταν στρατηγική αυτονομία μέσω της διασύνδεσης. Οι παλιές αυτοκρατορίες προσπάθησαν να ελέγξουν τη γεωγραφία. Ο 21ος αιώνας μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά. Δεν χρειάζεται πλέον να ελέγχεις έναν δρόμο για να κερδίσεις από αυτόν. Μπορείς να γίνεις ο σημαντικότερος κόμβος του. Δεν χρειάζεται να κατακτήσεις μια περιοχή για να αποκτήσεις ισχύ. Μπορείς να γίνεις απαραίτητος στη σύνδεσή της με τον υπόλοιπο κόσμο. Και εδώ βρίσκεται ίσως η πραγματική ευκαιρία Ελλάδας και Τουρκίας: να μετατρέψουν το ιστορικό σταυροδρόμι σε σύγχρονο δίκτυο. Για αιώνες, το Αιγαίο υπήρξε ταυτόχρονα δρόμος επικοινωνίας και γραμμή αντιπαράθεσης. Ίσως στον 21ο αιώνα να μπορούσε να γίνει κάτι διαφορετικό. Μια θάλασσα συνεργασίας. Τα ελληνικά νησιά και τα μικρασιατικά παράλια δεν χρειάζεται να αποτελούν μόνο σημεία στρατιωτικής επιτήρησης. Θα μπορούσαν να αποτελούν ένα τεράστιο κοινό οικοσύστημα τουρισμού, πολιτισμού, ναυτιλίας, περιβαλλοντικής προστασίας και εμπορίου. Η Αθήνα και η Κωνσταντινούπολη θα μπορούσαν να λειτουργούν ως δύο μεγάλοι πόλοι ενός ευρύτερου οικονομικού χώρου. Ο Πειραιάς και τα μεγάλα τουρκικά λιμάνια ως αλληλοσυμπληρούμενοι κόμβοι. Η Θεσσαλονίκη ως πύλη των Βαλκανίων. Η Σμύρνη ως πύλη προς το Αιγαίο και την Ανατολή. Και ανάμεσά τους, μια θάλασσα που αντί να χωρίζει, συνδέει. Μια τέτοια ιδέα δεν απαιτεί να ξεχάσουμε το παρελθόν. Το αντίθετο. Απαιτεί να το γνωρίζουμε καλά. Να γνωρίζουμε τις καταστροφές, τις προσφυγικές ροές, τους πολέμους, τις απώλειες και τα τραύματα. Αλλά η μνήμη δεν πρέπει να μετατρέπεται σε μόνιμη καταδίκη του μέλλοντος. Οι λαοί δεν τιμούν πραγματικά τους νεκρούς τους όταν μετατρέπουν κάθε επόμενη γενιά σε κληρονόμο της σύγκρουσης. Τους τιμούν όταν μαθαίνουν από την Ιστορία. Ο Βενιζέλος το κατάλαβε μετά από μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες του ελληνικού 20ού αιώνα. Ίσως μπορούμε να το καταλάβουμε χωρίς να χρειαστεί να ξαναζήσουμε μια τέτοια τραγωδία. Δεν ξέρω αν μια ελληνοτουρκική συνομοσπονδία θα μπορούσε ποτέ να γίνει πραγματικότητα. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την Ιστορία. Ξέρω όμως ότι αξίζει να μπορούμε να συζητήσουμε μια τέτοια ιδέα χωρίς να θεωρείται προδοσία, αφέλεια ή ουτοπία. Γιατί το αντίθετο σενάριο το γνωρίζουμε ήδη. Δύο χώρες με τεράστιες δυνατότητες, που βρίσκονται σε μία από τις σημαντικότερες γεωγραφικές περιοχές του πλανήτη, να σπαταλούν ένα μέρος της ενέργειάς τους στον αμοιβαίο ανταγωνισμό. Και την ίδια στιγμή, άλλες δυνάμεις να αξιοποιούν τους εμπορικούς, ενεργειακούς και γεωπολιτικούς δρόμους που περνούν ακριβώς δίπλα τους. Αυτό δεν είναι απαραίτητα μοίρα. Είναι επιλογή. Και ίσως η νέα πολυπολική εποχή να μας δίνει μια μοναδική ευκαιρία να ξανασκεφτούμε αυτή την επιλογή. Για χιλιάδες χρόνια, αυτοκρατορίες προσπάθησαν να ελέγξουν αυτή τη γεωγραφία. Ίσως τώρα να έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε κάτι πολύ διαφορετικό. Να μην την ελέγξει κανείς. Να την αξιοποιήσουμε όλοι. Η Ελλάδα και η Τουρκία δεν χρειάζεται να γίνουν η μία αυτοκρατορία πάνω στην άλλη. Δεν χρειάζεται να ξαναζήσουμε την εποχή των αυτοκρατοριών. Μπορούν να δημιουργήσουν κάτι που οι αυτοκρατορίες δεν μπορούσαν: μια σχέση ισότιμης συνεργασίας. Έναν χώρο όπου δύο λαοί θα διατηρούν την ταυτότητά τους, αλλά θα πολλαπλασιάζουν τη δύναμή τους μέσα από τη συνεργασία. Σε έναν κόσμο που γίνεται πολυπολικός, ίσως η μεγαλύτερη δύναμη να μην ανήκει σε εκείνον που επιλέγει ένα στρατόπεδο, αλλά σε εκείνον που μπορεί να συνδέει διαφορετικούς κόσμους. Και εδώ, στη γεωγραφική καρδιά ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία, η Ελλάδα και η Τουρκία έχουν μια ευκαιρία που ελάχιστες χώρες στον κόσμο διαθέτουν: να μετατρέψουν την ιστορική τους θέση από πηγή διαρκούς ανταγωνισμού σε πηγή κοινής ισχύος. Να μετατρέψουν το Αιγαίο από σύνορο σε γέφυρα. Την Ανατολική Μεσόγειο από πεδίο ανταγωνισμού σε χώρο συνεργασίας. Και τη γεωγραφία από πεπρωμένο σε επιλογή. Οι αυτοκρατορίες έρχονται και φεύγουν. Το ερώτημα είναι τι θα κάνουμε εμείς με αυτήν. Και ίσως, για πρώτη φορά μετά από αιώνες, η απάντηση να μην χρειάζεται να είναι μια ακόμη αυτοκρατορία. Ίσως να μπορεί να είναι μια Συνομοσπονδία δύο λαών, δύο κρατών και δύο πολιτισμών, που θα αποφασίσουν ότι το μέλλον τους δεν βρίσκεται στην κυριαρχία του ενός πάνω στον άλλο, αλλά στη δύναμη που μπορούν να δημιουργήσουν μαζί. Από το σταυροδρόμι των αυτοκρατοριών στο σταυροδρόμι των κόσμων. Και αυτή τη φορά, όχι ως αντίπαλοι. Αλλά ως γέφυρα.

Ο χάρτης του Σοφιανού Νικόλαου. Εκδότης:
Χόνιους Τζόντοκς, Άμστερνταμ, 1636

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Έβρος: Χρειαζόμαστε ανοιχτά σχολεία γεμάτα ζωή...

  Ο Έβρος δεν χρειάζεται άλλες διαπιστώσεις για το δημογραφικό. Χρειάζεται αποφάσεις. Γιατί οι αριθμοί πλέον δεν αφήνουν περιθώριο για ωραιο...