Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

Αρχαιολογία (Προϊστορική, Κλασική, Βυζαντινή).


ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
merkoyr1@otenet.gr



Η Αρχαιολογία[1] αποτελεί σήμερα βασικό τομέα έρευνας και προστασίας του ανθρώπινο παρελθόντος. Τόσο του απώτερου όσο και του πιο κοντινού – μέσα από τη μελέτη την κάθε λογής υλικών καταλοίπων της ανθρώπινης δραστηριότητας δηλαδή των κινητών και ακίνητων αντικειμένων που έχουν διασωθεί ή έρχονται στο φως με τις ανασκαφές.

Αυτό που σήμερα θεωρούμε ως η επιστήμη της αρχαιολογίας άρχισε να αναπτύσσεται στα μέσα του 18ου αιώνα, ενώ η γέννηση της οφείλεται στο κίνημα της Αναγέννησης[2] - η εποχή της λογικής - στους «ουμανιστές»[3] του 15ου αιώνα, οι οποίοι προχώρησαν συνειδητά στην κριτική αξιολόγηση των αρχαίων πηγών και μνημείων.[4] Αλλά και στους αρχαιοδίφες, δηλαδή τους ερευνητές του 17ου αιώνα που ανήγαγαν το ενδιαφέρον για τις αρχαιότητες σε ξεχωριστή επιστήμη.[5] Ήταν η ιστορική στιγμή όπου για πρώτη φορά, μετά τους αρχαίους χρόνους, καλλιεργήθηκε η αντίληψη ότι ο άνθρωπος είναι ο κυρίαρχος του κόσμου και το μέτρο για όλα τα πράγματα.

Η αίθουσα Εκθεμάτων Cabinetde Curiosites του ferdinando Cospi στο Museo Cospiano, Μπολόνια, 1677

( Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχος 87, σ. 44)

Κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης (14ος -17ος αιώνας), πρίγκιπες και άνθρωποι καλλιεργημένοι άρχισαν να διαμορφώνουν ιδιωτικές συλλογές με έργα τέχνης, τέχνεργα και παράξενα πετρώματα και αντικείμενα αντιπροσωπευτικά της λεγόμενης φυσικής ιστορίας. Παράλληλα άρχισαν να μελετούν υπολείμματα του μακρινού παρελθόντος λαών που κατοικούσαν μακριά από τα πολιτιστικά κέντρα της αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης. Για την εποχή εκείνη, αυτά ήταν κυρίως τα μεγάλα μνημεία της βορειοδυτικής Ευρώπης.

Κατά τον 18ο αιώνα, περισσότεροι ριψοκίνδυνοι ερευνητές άρχισαν ανασκαφές σε μερικές από τις διασημότερες θέσεις της αρχαιότητας. Σημαντικός σταθμός στην εξέλιξη της επιστήμης αποτέλεσαν οι συστηματικές ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν ανάμεσα στο 1738 και το 1748 στο Ηράκλειον και στην Πομπηία αφού για την επιστημονική παρακολούθηση των εργασιών και τη δημοσίευση των πλούσιων ευρημάτων ιδρύθηκαν αρχαιολογικές εταιρείες με έδρα τη Νάπολη (η «Accademia degli Ercolanesi» το 1755 για το Ηράκλειον και η «Scuola Archeologica di Pompei» το 1866 για την Πομπηία)[6].

Καμιά όμως από αυτές τις ανασκαφές δεν πλούτισε τις γνώσεις για το μακρινό παρελθόν, εφόσον η ερμηνεία τους ακόμη εντάσσονταν στα πλαίσια της βιβλικής αντίληψης, η οποία συνέχιζε να επιμένει, ως ιδέα, στο μικρό χρονικό διάστημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των αντιλήψεων εκείνης της εποχής είναι η θεωρία που διατύπωσε για την δημιουργία της γης ο Τζέιμς Άσερ αρχιεπίσκοπος του Αρμά. Το 1626 διατύπωσε την άποψη ότι η δημιουργία της Γης και του ουρανού πραγματοποιήθηκε ένα πρωί του Οκτωβρίου του έτους 4004 π.Χ. Ο υπολογισμός που έκανε με βάση τις βιβλικές πηγές έπεσε πολύ έξω- κατά ένα παράγοντα σχεδόν ενός εκατομμυρίου αφού οι μετρήσεις της ραδιενέργειας των βράχων δείχνουν ότι η Γη, μαζί με το υπόλοιπο ηλιακό σύστημα, δημιουργήθηκαν πριν από περίπου 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια.[7] Οι αντιλήψεις αυτές εμπόδισάν την αναγνώριση της παλαιότητας του ανθρώπου και τη μελέτη των προϊστορικών πολιτισμών. Εξάλλου η στροφή στη μελέτη της κλασικής Αρχαιότητας δεν κλόνιζε το μεσαιωνικό οικοδόμημα για την πρόσφατη δημιουργία του κόσμου, καθώς οι κλασικοί πολιτισμοί και μεγάλοι πολιτισμοί της Ανατολής, όπως ο αιγυπτιακός, ήταν «συμβατοί» χρονικά (με βάση τις γραπτές πηγές – και συνεχούς αναθεωρούμενες - στις οποίες βασίζονταν η χρονολόγηση τους) με τη βιβλική χρονολογία.[8]

Η επιστήμη της Αρχαιολογίας ουσιαστικά θεμελιώθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα. Όπου στο προσκήνιο εμφανίστηκαν τρεις πρωτοποριακές αντιλήψεις - η παλαιότητα του ανθρώπινου γένους, από τον Γάλλο τελωνειακό Jacques boucher de Perthes (1788-1868), ο οποίος το 1841 δημοσίευσε πειστικές μαρτυρίες για τη σχέση, στην περιοχή εκείνη, - ποταμός Somme- ανάμεσα στο ανθρώπινα τεχνουργήματα – χειροπέλεκεις- και στα οστά εξαφανισμένων ζώων, η αρχή της εξέλιξης του Charles Darwin (1809-1882), ο οποίος το 1859 δημοσίευσε το έργο Περί της καταγωγής των ειδών, και το Σύστημα των Τριών Εποχών που εισήγαγε ο Δανός ερευνητής C.j. Thomsen (1788-1865), όταν το 1848 δημοσίευσε το έργο του Οδηγός για τις Βόρειες Αρχαιότητες. Εκεί πρότεινε την άποψη ότι οι συλλογές θα μπορούσαν να διακριθούν σε αυτές που προέρχονταν από την εποχή του Λίθου, σε αυτές που προέρχονταν από την Εποχή του Χαλκού και σε αυτές που προέρχονται από την Εποχή του Σιδήρου[9].

Ο Δαρβίνος εκθρόνισε τον άνθρωπο από την προνομιακή του θέση δείχνοντας ότι δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο αλλά προέρχεται από άλλα ζώα.

Η τεράστια συμβολή του ρομαντισμού[10] και του θετικισμού[11] επηρέασαν αποφασιστικά κατά των 19ο αιώνα το ιδεολογικό υπόβαθρο των μελετητών, καθώς και τη μεθοδολογία και τις αισθητικές θεωρίες που εφαρμόστηκαν στη μελέτη των διαφόρων εικαστικών κατηγοριών της αρχαίας τέχνης και εν γένει των αρχαίων πολιτισμών.[12] Στη διάρκεια του ίδιου αιώνα άρχισαν οι πρώτες μεγάλες συστηματικές ανασκαφές σε πολλές από τις γνωστότερες περιοχές του αρχαίου κόσμου και ήρθαν στο φως σημαντικά στοιχεία για άγνωστους ως τότε πολιτισμούς, κυρίως από το χώρο της προϊστορίας. Παράλληλα, στα νεοσύστατα ευρωπαϊκά κράτη (π.χ. Ελλάδα, Ιταλία) η Αρχαιολογία αναπτύχθηκε σε εθνικό επίπεδο, δηλαδή την στρατευμένη αρχαιολογία κάτω από το πολιτικό – ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής.[13]

Όπως αναφέρει Γεώργιος Χουρμουζιάδης «η ελληνική Αρχαιολογία θεμελιώθηκε στην αγωνιώδη προσπάθεια να συλλέγουν τα λείψανα της κλασικής αρχαιότητας έτσι ώστε να αναδειχθεί μέσω αυτών το προγονικό ¨μεγαλεί層[14]. Οι αρχαιότητες σε αυτή την περίπτωση αποτελούν βασικά υλικά στοιχεία που αναδεικνύονται σε φορείς ενός συγκεκριμένου συμβολικού νοήματος, το οποίο με τη σειρά του προσφέρει μια αξιόπιστη πηγή εξουσίας η οποία άπαξ και καθιερωθεί μπορεί να χρησιμοποιηθεί ποικιλοτρόπως[15].


Η εικονογράφηση δύο σημαντικών αρχιτεκτονικών συνόλων, της Αγίας Σοφίας και της Ακρόπολης, ξεχωρίζει σε ποσοτικό επίπεδο με αποτέλεσμα να αναγορεύονται σε εξέχοντα μνημεία του έθνους και με συγκεκριμένα συμβολικά νοήματα.

Όπως για παράδειγμα «Οι εθνικές ιδεολογικές της Ορθοδοξίας και του ελληνοκεντρισμού, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κάτω από την επίδραση της εκκλησίας,[16] οι εκπαιδευτικοί μηχανισμοί προσανατολισμένοι ανελαστικά στα συμβατικά ιδεώδη του κλασικισμού, τα ΜΜΕ τα παγιδευμένα στη χυδαία έννοια του εθνικισμού και η παραδοσιακή αντίληψη για το ¨ελληνικό¨, η οποία θεμελιώθηκε σε φορμαλιστικά κριτήρια νομιμοποιημένα κυρίως από την κλασική αρχαιολογία, δημιούργησαν απαγορευτικές συνθήκες για την ανάπτυξη των προϊστορικών Ερευνών στην Ελλάδα. Δημιούργησαν, ακόμα, μια κοινή γνώμη, που δεν ενδιαφέρονταν για την περίοδο της προϊστορίας, αφού θεωρούσε ότι αυτή η περίοδος δε χαρακτηρίζονταν από τα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού».[17]

Είναι χαρακτηριστικό δε ότι η αξία του κλασικού παρελθόντος διαπερνά ακόμα και τα σχολικά εγχειρίδια στα οποία θεωρητικά δε θα είχε θέση, όπως για παράδειγμα αυτό της Ιστορίας της Γ΄ τάξης όπου διδάσκεται η προϊστορία και η μυθολογία. Σε αυτήν την περίπτωση στο εικαστικό μέρος των σκίτσων που αναφέρονται στο μυκηναϊκό ή στο μινωικό πολιτισμό, εντάσσονται ετεροχρονικά εικονογραφικά στοιχεία κυρίως των αρχαίων αλλά και των βυζαντινών χρόνων, ενώ με ανάλογο τρόπο στο ίδιο σχολικό εγχειρίδιο οι αρχαιοελληνικοί μύθοι εκτυλίσσονται εικονογραφικά σε ένα κλασικότροπο αρχιτεκτονικό περιβάλλον.[18]

http://pi-schools.sch.gr/dimotiko/history_c/math_1_50.pdf

Από τα παραπάνω θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η προϊστορική, η κλασική και η βυζαντινή αρχαιολογία, διακριτοί κλάδοι της αρχαιολογικής επιστήμης, δεν είναι απλώς χρονικές πολιτισμικές υποδιαιρέσεις αλλά η κάθε μία κάνει τις δικές της επιλογές στο επίπεδο της ανασκαφικής έρευνας, ερμηνευτικής μεθοδολογίας και ερμηνείας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο

● Προϊστορική Αρχαιολογία: Ονομάζεται η επιστήμη, η οποία κυρίως διαιρείτε στην προϊστορική και την πρωτοϊστορική, εξετάζει την ανθρώπινη παρουσία η οποία εκδηλώνετε σε διάφορους τόπους αλλά και σε διάφορες χρονικές περιόδους[19] και δεν διαθέτει γραπτές μαρτυρίες.[20] Η προϊστορική εποχή διαιρείται σε τέσσερις περιόδους η ονομασία των οποίων πηγάζει από τα υλικά που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος: την Παλαιολιθική περίοδο, κατά την οποία ο άνθρωπος επεξεργαζόταν ελάχιστα την πέτρα, το ξύλο και το κόκκαλο, τη Μεσολιθική περίοδο και τη Νεολιθική περίοδο κατά την οποία ο άνθρωπος άρχισε να πλάθει πήλινα αγγεία με το χέρι, χωρίς τροχό. Στην περίοδο αυτή ανήκουν τα μεγαλιθικά μνημεία όπως Μενχίρ[21] κ.α΄. Ακολουθεί η Εποχή των Μετάλων που δεν εμφανίζεται όμως ταυτόχρονα παντού. Πρώτη είναι η Εποχή του Χαλκού κατά την οποία ο άνθρωπος μεταχειρίστηκε αρχικά κυρίως τον χαλκό και τον χρυσό, όπως βρίσκονταν στη φύση. Κατόπιν έφτιαξε προσμείξεις. Ο χαλκός χρησίμεψε για την κατασκευή όπλων, αγγείων, κοσμημάτων κ.ά. ενώ ο χρυσός ήταν το ευγενές πολύτιμο μέταλλο. Γύρω στα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ, λαοί της Ανατολικής Μεσογείου αρχίζουν να δουλεύουν τον σίδηρο. Τότε αρχίζει η Εποχή του Σιδήρου που έδωσε αντικείμενα σκληρά και ανθεκτικά. Τον ίδιο περίπου καιρό εξελίσσεται και καθιερώνεται η Γραφή. Έτσι μπαίνουμε στην ιστορική περίοδο με την «Κλασική Αρχαιολογία» που εξετάζει τις Ελληνική, Ετρουσκική και Ρωμαϊκή Αρχαιολογία. Όπως προαναφέραμε η Προϊστορική Αρχαιολογία δεν διαθέτει γραπτές μαρτυρίες και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην έχει την δυνατότητα ή την πολυτέλεια της επιλογής[22]. Η αρχαιολογική της έρευνα βασίζεται κατά βάση στη τυχαία ανακάλυψη των υλικών υπολειμμάτων τα οποία συνήθως βρίσκονται σε υπαίθριες θέσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται σπήλαια, βραχοσκεπές και προϊστορικοί οικισμοί οι οποίοι μαρτυρούν εγκατάσταση, τεχνική εξειδίκευση, οικοτεχνικοί δραστηριότητα, τροφοπαρασκευαστικές κατασκευές, παραγωγικότητα, διακίνηση αγαθών, στοιχεία πυροτεχνολογίας, μεταλλουργίας, κεραμικής, υδραυλικών εγκαταστάσεων, ταφικών κατασκευών, κοινωνική διαφοροποίηση και πρώιμη αστικοποίηση. [23] Η μεθοδολογία δε της έρευνας της προϊστορικής αρχαιολογίας περιλαμβάνει δύο βασικές φάσεις: την έρευνα πεδίου – επιφανειακή έρευνα, αεροφωτογραφία, γεωφυσικές μέθοδοι, γεωγραφικό ανάγλυφο- και την εργαστηριακή επεξεργασία του υλικού.[24] Προκειμένου δε να διαμορφώσει τις εκτιμήσεις και τις ερμηνείες της προϋποθέτει διεπιστημονική προσέγγιση και γι΄ αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με άλλες επιστήμες όπως η Γεωλογία, Παλαιοντολογία, Ανθρωπολογία, Εθνολογία κλπ.[25] Η συνεργασία αυτή μπόρεσε όχι μόνο να κατανοήσει και να ερμηνεύσει σφαιρικά τα υπάρχοντα υλικά κατάλοιπα αλλά και να προσεγγίσει, τις δοξασίες, τις σχέσεις και τις επαφές των προϊστορικών κοινωνιών. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η αναγνώριση και η μελέτη των πρώτων μορφών της αγροτικής παραγωγής, που αποτελεί και κύριο χαρακτηριστικό του Νεολιθικού πολιτισμού.

Η προϊστορική Αρχαιολογία ή ο προϊστορικός πολιτισμός όπως αναφέρει ο καθηγητής Γεώργιος Χουρμουζιάδης «…είναι οικουμενικός. Σιγά – σιγά βέβαια, δημιουργούνται ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε κάθε περιοχή, μέχρι να φτάσουμε στις εθνικές κουλτούρες. Γι΄ αυτό το λόγο, δεν μπορούμε να πούμε ότι τα στοιχεία που βρίσκουμε είναι ντόπια ή βουλγάρικα, λόγου χάρη. Έχουμε ομοιότητες βασικές, αλλά δεν θα μπορούσα να πω ότι εδώ αποδεικνύεται, ας πούμε, η ελληνικότητα της Μακεδονίας. Πρέπει, όμως, να τονίσω ότι κάθε ανασκαφή έχει μια ιδιαιτερότητα, τη δική της προσωπικότητα, που σου δίνει και την ευκαιρία να αλλάξεις κατεύθυνσης σε ορισμένα από τα μέχρι τώρα συμπεράσματα…η ανασκαφή δεν είναι μόνο μια συλλογή ευρημάτων, αλλά δίνει την αφορμή για να σκεφθεί κανείς λίγο πιο βαθιά».[26] Σε αυτή δε την κατεύθυνση στράφηκε και το 2ο Συνέδριο
Προϊστορικής Αρχαιολογίας το οποία πραγματοποιήθηκε στο Βόλο 4-7 Δεκεμβρίου 08 και μεταξύ άλλων στην ανακοίνωση που εξέδωσε ανέφερε: «Στόχος του Συνεδρίου είναι να καταγράψει τις προοπτικές και τους στόχους της ελληνικής προϊστοριολογίας. Ενδιαφέρουν συνθετικές ανακοινώσεις που θέτουν γενικότερα θεωρητικά και μεθοδολογικά ζητήματα για τις έννοιες που χρησιμοποιεί η έρευνα της προϊστορίας, το ρόλο και την υποδοχή της στην ελληνική κοινωνία, τη διεπιστημονικότητα, και βέβαια προσεγγίσεις που προβάλλουν νέες θεωρητικές όψεις στην ανάλυση και την ερμηνεία των αρχαιολογικών δεδομένων. Κατά τεκμήριο δεν ενδιαφέρουν ανακοινώσεις που παρουσιάζουν χρονικά ερευνών, εκτός ίσως από ειδικές περιπτώσεις, ιδιαίτερης σημασίας».[27]

● Κλασική Αρχαιολογία: μελετά τα υλικά κατάλοιπα του ελληνορωμαικού πολιτισμού. Όπως η προϊστορική αρχαιολογία μελετά τα στάδια του ανθρώπινου πολιτισμού πριν από την εμφάνιση της γραφής, έτσι και η κλασική αρχαιολογία βασίζεται πρωταρχικά στην ανασκαφή για τον εντοπισμό και την διερεύνηση αρχαιολογικών θέσεων όπου αναπτύχθηκε ο πολιτισμός του οποίου μελετά. Ο συσχετισμός των αρχαιολογικών ευρημάτων με της ιστορικές πηγές (π.χ. της επιγραφές), που βρέθηκαν στους ίδιους χώρους και τις πλούσιες μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων διευκολύνουν τον μελετητή στην δημιουργία ενός «πλέγματος» πληροφοριών που σκιαγραφεί τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.

Για την κλασική αρχαιολογία η ανασκαφή μίας αρχαιολογικής θέσης στοχεύει: στην διασάφηση του ρόλου και της ιστορικής εξέλιξης των αρχιτεκτονικών καταλοίπων (τείχη, ναοί, δημόσια κτίρια, περίβολοι, οικίες, τάφοι) και στη συστηματική περισυλλογή και ταξινόμηση των κινητών ευρημάτων (γλυπτά, αγγεία, νομίσματα, κοσμήματα κ.ο.κ.) από ιδιωτικούς ή δημόσιους χώρους και την αξιολόγηση της πολιτισμικής αξίας τους (έργα τέχνης, αφιερώματα, νεκρικά δώρα κ.ο.κ.). Κατά τη μελέτη των υλικών καταλοίπων ο κλασικός αρχαιολόγος οφείλει να λαμβάνει υπόψη του και άλλους παράγοντες, όπως:

Ιστορικές πηγές: για τις περισσότερες περιόδους του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού διαθέτουμε σύγχρονες ιστορικές, επιγραφικές, φιλολογικές μαρτυρίες οι οποίες βοηθούν τον αρχαιολόγο στην αξιολόγηση των ευρημάτων από την μία και από την άλλη ο μελετητής οφείλει να ελέγξει την εγκυρότητα και την ακρίβεια πριν βγάλει τα συμπεράσματα του.

Αισθητική και καλλιτεχνική αξία: Αναμφίβολα, ο ελληνικός πολιτισμός χαρακτηρίζεται από αισθητική λεπτότητα και τεχνική αρτιότητα, η εμμονή, όμως, του σύγχρονου μελετητή στη σημερινή καλλιτεχνική αποτίμηση των αρχαίων καταλοίπων οδηγεί στην παρερμηνεία του πολιτισμού που τα δημιούργησε. Η αισθητική και η καλλιτεχνική αξία ενός ευρήματος παραμένει βασικός παράγοντας για την πολιτιστική του ένταξη, με την προϋπόθεση ότι αυτή γίνεται με βάση τα πραγματικά δεδομένα της εποχής από την οποία προέρχεται.

Πολιτισμική ταυτότητα: Πολλά μνημεία της Αρχαιότητας αποτελούσαν και αποτελούν σημεία αναφοράς στη σύγχρονη περίοδο διεθνώς. Αυτή τους η ιδιότητα τους προσδίδει νέα στοιχεία πολιτισμικής ταυτότητας, τα οποία είτε δεν σχετίζονται, είτε ακόμη και βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με την ιστορική τους καταγωγή. Για παράδειγμα, ο Παρθενώνας είναι σήμερα διεθνές σύμβολο του κλασικού πολιτισμού, του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, ακόμη και της αρχαίας Ελλάδας, έστω κι αν δεν γνωρίζουν τα περισσότερα γι΄ αυτό το μνημείο. Έτσι το έργο του κλασικού αρχαιολόγου δεν θα πρέπει να επηρεάζεται από της σύγχρονες αντιλήψεις για την εποχή που μελετά.[28]

● Βυζαντινή Αρχαιολογία: ονομάζεται ο κλάδος της επιστήμης της αρχαιολογίας που μελετά τα υλικά κατάλοιπα της ανθρώπινης δραστηριότητας από την εμφάνιση του Χριστιανισμού έως την Άλωση. Ασχολείται με τη συστηματική μελέτη έργων τέχνης, με προεξάρχοντα τα έργα εντοίχιας ζωγραφικής και τις εικόνες, τα κομψά μικροτεχνήματα και την αρχιτεκτονική των ναών και πολύ λιγότερο ή σχεδόν καθόλου την οικιστική αρχιτεκτονική και τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης των απλών ανθρώπων. Επρόκειται περισσότερο για μια ιστορία της βυζαντινής τέχνης, παρά για μια κατ΄ ουσίαν βυζαντινή αρχαιολογία.[29] Την διαπίστωση αυτή κάνει και η Καθηγήτρια της Βυζαντινής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Όλγα Γκράτζιου λέγοντας: «Ενώ, λοιπόν, τα τελευταία χρόνια η Μεσαιωνική Αρχαιολογία ως αρχαιολογική διερεύνηση του ευρωπαϊκού μεσαίωνα έκανε μεγάλες προόδους και έδωσε πολλών ειδών πληροφορίες για την ιστορία της κατάληψης του χώρου, για πλήθος τέχνεργα και για την καθημερινότητα του μεσαιωνικού ανθρώπου, αλλά και για τις επικοινωνίες και τις ανταλλαγές, η αντίστοιχη έρευνα της βυζαντινής εποχής στη χώρα μας είναι περιορισμένη. Σε αντίθεση με την εικόνα αυτή, όλο και πιο έντονα, σχεδόν επιτακτικά, οι προσδοκίες των ιστορικών στρέφονται προς τους αρχαιολόγους. Προσδοκούν από την αρχαιολογική έρευνα, από τις ανακαλύψεις της σκαπάνης και από τις ερμηνείες των αρχαιολογικών ευρημάτων να αντλήσουν τις πληροφορίες που αποσιωπούν οι καλά διαβασμένες πια γραπτές πηγές. Δεκάδες ιστορικές μελέτες βυζαντινολόγων τα τελευταία χρόνια τελειώνουν με την επωδό «την απάντηση όμως στο ζήτημα αυτό μπορεί να μας τη δώσει μόνο η Αρχαιολογία». ωστόσο, η Βυζαντινή Αρχαιολογία δύσκολα μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτές τις προσδοκίες, καθώς έχει το όνομα, όχι όμως, ως φαίνεται, και τη χάρη. Παρά την ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια των διεπιστημονικών αρχαιολογικών ερευνητικών αποστολών, που καθιερώθηκαν κυρίως με τις επιφανειακές έρευνες, οι βυζαντινοί αρχαιολόγοι δύσκολα ενσωματώνονται στον κόσμο της Αρχαιολογίας, γιατί πατούν πάντα με το ένα πόδι στην Ιστορία της Τέχνης».[30]

Συμπεράσματα

Η Αρχαιολογία αποτελεί σήμερα βασικό τομέα έρευνας και προστασίας του ανθρώπινο παρελθόντος. Ενώ ο διεπιστημονικός χαρακτήρας, αενάως εξελισσόμενος, και συμπορευόμενος με την εξέλιξη της τεχνολογίας, προεξοφλεί την ακριβέστερη γνώση του πολιτισμικού παρελθόντος. Όλο και περσότεροι αρχαιολόγοι πλέον προσπαθούν να απαντήσουν σε θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με την ανθρώπινη εμπειρία και να κατανοήσουν το ρόλο της αρχαιολογίας στο σύγχρονο κόσμο και δεν αρκούνται στα ευρήματα και τη χρονολόγηση τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γκράτζιου Όλγα, Βυζαντινή Αρχαιολογία - Ανάμεσα στην αρχαιολογική προσέγγιση των καταλοίπων της μεσαιωνικής εποχής και την Ιστορία της Βυζαντινής Τέχνης, τεύχος 88, Αθήνα 2003

Βούρτσης Ι. κ.α., Η Εξέλιξη και Διάλεκτοι της Ελληνικής Γλώσσας, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τομ. Α΄, ΕΑΠ, Πάτρα 1999

Μανακίδου Ε., κ.α., Ιστορική Διαδρομή της επιστήμης της Αρχαιολογίας στην Ευρώπη, Αρχαιολογία στον Ελληνικό Χώρο, τ. Α΄, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2002

Μαρία Χουντάση, Αρχαιολογία και Εθνικισμός μια Αμφίδρομη Σχέση, Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχος 97, Αθήνα

Μελέτης Ιωάννης κ.α., Η Εποχή των Λιμνών, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Α ΄, εκδ. Εκδοτικής Αθηνών ΑΕ, Αθήνα 1971

Πλάντζος Δ. κ.ά., Κύρια Αρχαιολογικά Παιδία των Ιστορικών Χρόνων (1000-1 π.Χ), Αρχαιολογία στον Ελληνικό χώρο, τομ. Β΄, ΕΑΠ, Πάτρα 2002

Colin Renfrew & Paul Bahn, Αρχαιολογία – Θεωρίες, Μεθοδολογία και Πρακτικές εφαρμογές, μετ. Ιουλία Καραλή – Γιαννακοπούλο, Καρδαμίτσα, Αθήνα 2001

Robin Kerrod, Διαστημικό Τηλεσκόπιο Hubble, μετ. Παπαδόγκονας Γιάννης κ.α., Σαββάλα, Αθήνα 2004

Philippe Jockey, Η σύγχρονη αρχαιολογία σε «Πράξεις», η εποχή των μεγάλων ανασκαφών, Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχος 87, Αθήνα

Κώστας Κασβίκης, Όψεις της Δημόσιας Αρχαιολογίας: Εικονογραφικές Αφηγήσεις το Παρελθόν στα Σχολικά Εγχειρίδια του Δημοτικού, www.nured.uowm.gr

Πίτσιος Θ.Κ., Παλαιοανθρωπολογικές Έρευνες στη Θέση «Απήδημα» της Μέσα Μάνης ΙΙ, Αρχαιολογία, τεύχος 15, Αθήνα 1985

Κουκουζέλη Αλ., κ.α., Μέθοδοι Ανεύρεσης και Χρονολόγησης της Αρχαιολογικής Μαρτυρίας, Αρχαιολογία στον Ελληνικό Χώρο, τ. Α΄, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2002

Πετρίδης, Π. κ.α΄., Βυζαντινοί χρόνοι, Αρχαιολογία στον Ελληνικό χώρο, τομ. Β΄, ΕΑΠ, Πάτρα 2002

Ηλεκτρονικές Διευθύνσεις

http://www2.rizospastis.gr

http://el.wikipedia.org

http://web.auth.gr/prehist-conf2/

http://www.culture.gr/h/4/gh430.jsp?obj_id=6705

Περιοδικά

Αρχαιολογία, τεύχος 19, Αθήνα 1986

Εγκυκλοπαιδικά λεξικά

Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, Τόμ. 9, Πάπυρος, Αθήνα 1963



[1] Ο όρος Αρχαιολογία (Archaeologia) εμφανίζεται για «πρώτη» φορά στα τέλη του 17ου αιώνα, σε ένα αρχαιογνωστικό σύγγραμμα του Γάλλου γιατρού Jacques Spon (Miscellanea eruditae antiquitatis) Λυών 1685), όπου του αποδίδεται η σημασία της σπουδής της Αρχαιότητας σε αντιδιαστολή του συνηθισμένου έως τότε όρου της «τέχνης του αρχαιοδίφη» (Antiquaria). Μανακίδου Ε., κ.α., Ιστορική Διαδρομή της επιστήμης της Αρχαιολογίας στην Ευρώπη, Αρχαιολογία στον Ελληνικό Χώρο, τ. Α΄, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2002, σ. 24

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο όρος, Αρχαιολογία ήταν γνωστός και ευρέως διαδεδομένος στην αρχαιότητα και αποδίδονταν σε αυτόν που είχε τη συνολική και σφαιρική γνώση της αρχαιότητας. Αρχαιολογία, Στην Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, Τόμ. 9, Πάπυρος, Αθήνα 1963, σ. 694

[2] Ο όρος «Αναγέννηση», με την έννοια της αναγέννησης των τεχνών και της αναβίωσης των προτύπων της Αρχαιότητας, χρησιμοποιήθηκε ήδη το 1550 από τον Ιταλό ζωγράφο και συγγραφέα Giorgio Vasari, καθιερώθηκε, όμως , τον 19ο αιώνα από τον ιστορικό Jacob Burckhard, ο οποίος δημοσίευσε το 1869 το βιβλίο Πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία.

[3] Πνευματική κίνηση που εκδηλώθηκε στη δυτική Ευρώπη, ξεκινώντας από τη Φλωρεντία, κατά την περίοδο της αναγέννησης στα τέλη του 14ου αιώνα. Χαρακτηρίστηκε από την τάση για την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την τέχνη και τις αξίες του κλασικού κόσμου, καθώς και από την αίσθηση του ατόμου να κατανοήσει και να αλλάξει τόσο τον εαυτό του, αλλά και τον κόσμο, αναζητώντας ορθολογικές απαντήσεις και όχι θρησκευτικές. http://el.wikipedia.org

[4] Επιμέρους αρχαιογνωστικοί τομείς, όπως η επιγραφική, η νομισματική, η ιστοριοδιφία και η ιστορική τοπογραφία, προστέθηκαν στα γνωστικά ενδιαφέροντα των λογίων της εποχής. Μανακίδου Ε., κ.α., ο.π., σ. 20

[5] Σε αντίθεση με τους ουμανιστές της Αναγέννησης, οι αρχαιοδίφες προχώρησαν πέρα από την απλή παρουσίαση των μνημείων και ενδιαφέρθηκαν για την ερμηνεία τους. Μανακίδου Ε., κ.α., ο.π., σ. 21

[6] Την ίδια εποχή ανασκαφές πραγματοποιούνται και στην Βόρια Αμερική από τον Thomas Jefferson αλλά και στην Ευρώπη από τον Άγγλο Richard Colt Hoare. Colin Renfrew & Paul Bahn, Αρχαιολογία – Θεωρίες, Μεθοδολογία και Πρακτικές εφαρμογές, μετ. Ιουλία Καραλή – Γιαννακοπούλου, Καρδαμίτσα, Αθήνα 2001, σ. 21, 23

[7] Robin Kerrod, Διαστημικό Τηλεσκόπιο Hubble, μετ. Παπαδόγκονας Γιάννης κ.α., Σαββάλα, Αθήνα 2004, σ. 92

[8] Βίβλος η αλλιώς Ιερά Κείμενα τα οποία γράφτηκαν τον 2ο αιώνα π.Χ., κάτω από το ιδιαίτερο ιδεοπολιτικό πλαίσιο της ελληνιστικής εποχής και πιστεύουν αβασάνιστα οι οπαδοί των τριών μεγάλων θρησκειών (Χριστιανισμός, Μουσουλμανισμός και Ιουδαϊσμός).

[9] Colin Renfrew & Paul Bahn, ο,π., σ. 24-27

[10] Μανακίδου Ε., κ.α., ο.π., σ. 31-32

[11] Μανακίδου Ε., κ.α., ο.π., σ. 35-36

[12] Πρωτεύοντα ρόλο έπαιξε η προσωπικότητα του Johann Joachim Winckelmann, Μανακίδου Ε., κ.α., ο.π., σ. 29-30

[13] Philippe Jockey, Η σύγχρονη αρχαιολογία σε «Πράξεις», η εποχή των μεγάλων ανασκαφών, Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχος 87, Αθήνα, σ. 32 και Μανακίδου Ε., κ.α., ο.π., σ. 32-33

[14] Γεώργιος Χουρμουζιάδης , http://www2.rizospastis.gr

[15] Μαρία Χουντάση, Αρχαιολογία και Εθνικισμός μια Αμφίδρομη Σχέση, Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχος 97, Αθήνα, σ. 85

[16] Είναι χαρακτηριστικός ο παρεμβατικός ρόλος της Εκκλησίας ακόμη και στο Π.Σ. ΄΄Ελληνικός Πολιτισμός του Ε.Α.Π., το δεν ενσωματώνει τη συνάντηση του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού στα βασικά διδακτέα εγχειρίδια (ΕΛΠ 11), αλλά σε παράλληλο κείμενο προσπαθώντας να αποφύγει τη βάσανο της επιστημονικής έρευνας από τον φοιτητή, αφού εναπόκειται στην δική του επιλογή στο αν θα το μελετήσει ή όχι.

[17] Γεώργιος Χουρμουζιάδη , ο.π.

[18] Κώστας Κασβίκης, Όψεις της Δημόσιας Αρχαιολογίας: Εικονογραφικές Αφηγήσεις το Παρελθόν στα Σχολικά Εγχειρίδια του Δημοτικού, www.nured.uowm.gr

[19] Τα οποία εκτείνονται χρονικά στα 2,5 εκατομμύρια χρόνια. Μελέτης Ιωάννης κ.α., Η Εποχή των Λιμνών, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Α ΄, εκδ. Εκδοτικής Αθηνών ΑΕ, Αθήνα 1971, σ. 11

[20] Βούρτσης Ι. κ.α., Η Εξέλιξη και Διάλεκτοι της Ελληνικής Γλώσσας, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τομ. Α΄, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σ. 255-264

[21] http://www.culture.gr/h/4/gh430.jsp?obj_id=6705

[22] Πίτσιος Θ.Κ., Παλαιοανθρωπολογικές Έρευνες στη Θέση «Απήδημα» της Μέσα Μάνης ΙΙ, Αρχαιολογία, τεύχος 15, Αθήνα 1985, σ. 26,27

[23] Αρχαιολογία: Τι και Πως, Αρχαιολογία, τεύχος 19, Αθήνα 1986

[24] Πώς δουλεύει ο αρχαιολόγος, Αρχαιολογία, τεύχος 19, Αθήνα 1986, σ. 41-59

[25] Κουκουζέλη Αλ., κ.α., Μέθοδοι Ανεύρεσης και Χρονολόγησης της Αρχαιολογικής Μαρτυρίας, Αρχαιολογία στον Ελληνικό Χώρο, τ. Α΄, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2002, σ. 123-176

[26] Γεώργιος Χουρμουζιάδη , ο.π.

[27] http://web.auth.gr/prehist-conf2/

[28] Πλάντζος Δ. κ.ά., Κύρια Αρχαιολογικά Παιδία των Ιστορικών Χρόνων (1000-1 π.Χ), Αρχαιολογία στον Ελληνικό χώρο, τομ. Β΄, ΕΑΠ, Πάτρα 2002, σ. 164-165

[29] Πετρίδης, Π. κ.α΄., Βυζαντινοί χρόνοι, Αρχαιολογία στον Ελληνικό χώρο, τομ. Β΄, ΕΑΠ, Πάτρα 2002, σ. 194

[30] Γκράτζιου Όλγα, Βυζαντινή Αρχαιολογία - Ανάμεσα στην αρχαιολογική προσέγγιση των καταλοίπων της μεσαιωνικής εποχής και την Ιστορία της Βυζαντινής Τέχνης, τεύχος 88, Αθήνα 2003, σ.27-28

Δεν υπάρχουν σχόλια: