Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Η Μουσική Παιδεία κατά την αρχαιοελληνική περίοδο


Μερκούρης Δημήτρης

merkoyr1@otenet.gr


Μουσική, music, Musik, musigue, musikca, musika, muzyka, musiikki, muzik, miwsig: όλος ο κόσμος οφείλει αυτή τη λέξη στους Έλληνες. Μελωδία, αρμονία, συμφωνία, πολυφωνία: κι αυτές επίσης. Ορχήστρα, όργανο, χορός, συγχορδία, τόνος, βαρύτονος, τονική, διάτονο, διαπασών, χρώμα, ρυθμός, συγκοπή: όλα από την ελληνική.[1] Ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός ήταν διαποτισμένος από τη μουσική. Πιθανόν κανένας άλλος λαός στην ιστορία δεν είχε τόσο συχνά αναφερθεί μέσα από τη λογοτεχνία και την τέχνη του στη μουσική και στις εν γένει μουσικές δραστηριότητες.

Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να ανιχνεύσουμε και να αναλύσουμε τη Μουσική Παιδεία κατά την αρχαιοελληνική περίοδο. Να δούμε ουσιαστικά το γιατί θεωρούσαν πρωταρχική σημασία τη μουσική παιδεία στην αρχαία Ελλάδα, ποιοι είχαν την ευθύνη για τη μουσική αγωγή των παιδιών, ποιοι επιβαρύνονταν οικονομικά, σε ποια ηλικία άρχιζε η μουσική αγωγή των παιδιών, ποια ήταν τα μεγάλα κέντρα μουσικής παιδείας, ποιοι ίδρυαν σχολές μουσικής, πως αμείβονταν οι δάσκαλοι της μουσικής, και τέλος ποιος ο ρόλος της μουσικής στην καθημερινότητα του αρχαίου Έλληνα πολίτη.

Η μουσική Παιδεία κατά την αρχαιοελληνική περίοδο

Η ιδιαίτερη σημασία που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες στην άσκηση της μουσικής είναι αρκετά γνωστή και έχει γίνει αντικείμενο πολλών μελετών μέχρι σήμερα. Από την εποχή του Πυθαγόρα (6ος π.Χ. αιώνας),η μουσική ήταν μία από τις τέσσερις ιερές επιστήμες δίπλα στα μαθηματικά, τη γεωργία και την αστρονομία. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, μουσική έπαιζαν ή άκουγαν και οι ολύμπιοι θεοί, οι οποίοι είχαν δώσει στους ανθρώπους κάποια μουσικά όργανα.[2] Εκτός από μορφή διασκέδασης, η μουσική συνίστατο και στην εκπαίδευση των νέων και την ηθική παραγωγή της κοινωνίας καθώς πιστεύονταν ότι διέθετε μαγικές σχεδόν δυνάμεις. Οι πυθαγόρειοι διακήρυτταν ότι οι δυνάμεις αυτές είχαν να κάνουν με τις σχέσεις των αριθμών που ρύθμιζαν τόσο τη μουσική κλίμακα όσο και την ίδια τη ζωή των ανθρώπων.[3] Άλλοι διατείνονταν ότι δεν ήσαν μόνο οι αριθμοί αλλά και η ίδια η προδιάθεση των ανθρώπων που μέσο των αισθήσεων έρεπε μπρος και επηρεάζονταν από τη μουσική. Μια Τρίτη κατηγορία θεωρητικών πίστευε ότι οι δυνάμεις αυτές ήσαν εγγενείς στην ίδια τη μουσική που μπορούσε να επηρεάζει αποφασιστηκά όχι μόνο τις αισθήσεις αλλά και τον νου του ανθρώπου (Lippkan 1975, σ.15). Όποια άποψη και να εξετάσει κανείς, γεγονός είναι ότι η μουσική εθεωρείτο εκ των ουκ άνευ για τον άνθρωπο από όλους τους συγγραφείς και φιλοσόφους τους αρχαίας Ελλάδας.[4]

Ο πρώτος συστηματικός διάλογο για τη μουσική στην ζωή του ανθρώπου εγκαινιάζεται τον 4ο π.Χ., αιώνα με τον Πλάτωνα και τον μαθητή του, Αριστοτέλη. Ο πρώτος, στην «Πολιτεία» αλλά και τους «Νόμους» του, συγκαταλέγει τη μουσική στα απαραίτητα μέσα για την ηθική βελτίωση των «φυλάκων» του. Για τον λόγο αυτό επιχειρεί ένα ξεκαθάρισμα των ωφέλιμων στοιχείων της μουσικής από τα βλαβερά, καταρτίζοντας κατάλογο με τις επιτρεπόμενες και μη μουσικές κλίμακες, τους κατάλληλους και μη ρυθμούς, τα ηθικά και μη όργανα, κ.α. Η βασική του θέση είναι ότι ο ρόλος της μουσικής σε μια ιδανική ανθρώπινη κοινωνία είναι κυρίως παιδευτικός και εκπολιτιστικός των ηθών, τόσο για τα παιδιά όσο και για τους μεγάλους. Ο Αριστοτέλης, από την άλλη, στα «Πολιτικά» του, χωρίς να αρνείται την επιμορφωτική πλευρά των τεχνών της Μελπομένης, επιμένει περισσότερο στην καθαρτική της ιδιότητα μέσω της αποστολής τους, ακόμα και στο πλαίσιο τις διασκέδασης.

Μεταξύ των δύο αυτών μεγάλων φιλοσόφων βρέθηκε ο Αριστόξενος ο Ταραντίνος, μαθητής του Αριστοτέλη ο οποίος προσπάθησε να αμβλύνει τις διαφορές των δύο φιλοσόφων. Ο Αριστόξενος είχε σοβαρό λόγο να θέλει να αμβλύνει τις διαφορές, καθώς ο ίδιος ήταν περισσότερο μουσικός παρά φιλόσοφος και ενδιαφέρονταν να παρουσιάσει ένα ενοποιημένο σύστημα μουσικής, όπως και έκανε με τα «Αρμονικά» του που σώζονται μέχρι σήμερα. [5]

Η θέση, που κατείχε η μουσική μέσα στον αρχαίο πολιτισμό, συχνά υποτιμήθηκε. Σ΄ αυτό ακριβώς δεν έδωσαν αρκετή προσοχή οι νεότεροι. Όπως έγραφε ο Ανρί – Ιρενέ Μαρού στο έργο του για την εκπαίδευση στην αρχαιότητα « ο ιστορικός οφείλει να επιμένει για να επανορθώσει εδώ ένα λάθος προοπτικής όπως μας παρουσιάζονται μέσα από την ίδια μας κλασική παιδεία, οι Έλληνες είναι για μας πάνω απ΄ όλα ποιητές, φιλόσοφοι και μαθηματικοί αν τους σεβόμαστε σαν καλλιτέχνες, βλέπουμε σ΄ αυτούς προπάντων αρχιτέκτονες και γλύπτες ΄ δεν σκεπτόμαστε ποτέ τη μουσική τους (…) και όμως ήταν, ήθελαν να είναι πρώτα μουσικοί. Η πραγματική τους καλλιέργεια και η αγωγή τους ήταν περισσότερο καλλιτεχνικές παρά επιστημονικές και η τέχνη του μουσικού, πριν γίνει φιλολογική και πλαστική.[6]

Στο κανονικό πρόγραμμα των σχολικών τους σπουδών οι γιοί των Αθηναίων πολιτών έπρεπε υποχρεωτικά να παρακολουθούν μαθήματα μουσικής, αφού μαθαίνουν από ένα δάσκαλο να διαβάζουν, να γράφουν και να μετρούν. Στην Ελλάδα ήταν γνώρισμα κάθε ελεύθερου άντρα το να έχει πάρει μια καλή μουσική μόρφωση.

Ο Κικέρων γράφει: «Για τους Έλληνες το σημάδι μιας τέλειας εκπαίδευσης ήταν να ξέρουν να τραγουδούν και να παίζουν έγχορδα όργανα»[7] και δίνει για παράδειγμα το Θηβαίο στρατηγό Επαμεινώνδα, που «έπαιζε κιθάρα τέλεια», πράγμα που δεν τον εμπόδιζε να είναι μεγάλος στρατιωτικός ηγέτης και τολμηρός στρατηγός. Αντίθετα ορισμένοι διαπρεπείς Αθηναίοι, όπως ο δημαγωγός Κλέων, μπορούσαν να θεωρούνται άξεστοι, γιατί ήταν ανίκανοι να κουρντίσουν σωστά ένα όργανο. Επίσης ο Θεμιστοκλής, ο νικητής της Σαλαμίνος, βλέποντας μια μέρα σε κάποιο συμπόσιο, πως οι ομοτράπεζοι του, περήφανοι για τη μουσική τους κατάρτιση, τον πείραζαν και αυτός τους απάντησε πως αν, αντίθετα με αυτούς, «δεν ήξερε ούτε να κουρντίσει μια λύρα ούτε να παίξει άρπα, ας του εμπιστεύονταν μια μικρή και άσημη πόλη και ήξερε να την κάνει μεγάλη και ένδοξη». Η περίπτωση του αποτελεί εξαίρεση ‘ οι Έλληνες συγγραφής βιογραφιών συνήθιζαν να λένε μια λέξη για τη μουσική μόρφωση, που είχε πάρει το πρόσωπο του οποίου τη ζωή και τη μόρφωση εξιστορούσαν, προσδιορίζοντας μερικές φορές το όνομα του φημισμένου καθηγητή, που τον είχε διδάξει.

Από την ηλικία των δώδεκα τα παιδιά πήγαιναν κάθε μέρα στο σπίτι ενός επαγγελματία μουσικού, του κιθαριστή, ο οποίος, αντίθετα από ό, τι θα μπορούσε το όνομα του να μας κάνει να σκεφτούμε, δεν τους δίδασκε καθόλου κιθάρα – έγχορδο προοριζόμενο μόνο για τους επαγγελματίες- αλλά τη μουσική ή τουλάχιστον τα στοιχεία της. (Αριστοφάνης Νεφέλες, 964 – Πλάτωνας Πρωταγόρας, 326 ά). Ο σκοπός του ήταν να τους μάθει να τραγουδούν απ΄ έξω τις συνθέσεις των αρχαίων ποιητών και να παίζουν σωστά λύρα ή αυλό. Πολλά από τα Ελληνικά αγγεία κλασικών εποχών δείχνουν πως οι νεαροί μαθητές, με τη λύρα στο χέρι, καταγίνονται στο να μιμούνται το δάσκαλο τους, καθισμένοι απέναντι του ή στα πλευρά του. (Πλούταρχος Ει πρεσβύτερων πολιτευτών, 790 ε). Σ΄ αυτά τα μαθήματα μουσικής δεν βλέπουμε ποτέ ρόλους πάνω στα γόνατα των μεν ή των δε, πράγμα που φαίνεται να δείχνει πως η μουσική στηρίζονταν στο αυτί και στην μνήμη. Δίχως άλλο, ο καθηγητής έπαιζε ένα σκοπό, που οι μαθητές στη συνέχεια προσπαθούσαν να επαναλάβουν.

Στην Αθήνα και σε άλλες πόλης η εκπαίδευση ήταν ευθύνη και φροντίδα των γονέων που κάλυπταν και τα έξοδα. Εξαίρεση αποτελούσαν τα ορφανά τα οποία οικονομικά στήριζε η ίδια η πολιτεία. Ενδεικτικό της σημασίας που είχε για τους Έλληνες η μουσική είναι και οι αμοιβές των δασκάλων τους. Γνωρίζουμε, π.χ., ότι στην Τεώ οι «Παιδοτρίβαι» (γυμναστής) είχαν ετήσιο μισθό 500 δρχ., οι «γραμματισταί» 600 δρχ., ενώ οι «κιθαρισταί» (δάσκαλοι μουσικής 700 δρχ.

Σε ορισμένες πόλεις οι νέοι μουσικοί, που για τον έναν ή τον άλλο λόγω δεν παρακολουθούσαν τα μαθήματα ενός ιδιωτικού καθηγητή, είχαν την δυνατότητα να τελειοποιηθούν σε ειδικευμένα ιδρύματα. Αυτό, ασφαλώς, δεν αποτελούσε το γενικό κανόνα, γιατί για την ίδρυση των σχολών αυτών με την πολυδάπανη λειτουργία χρειάζονταν η δωρεά ενός γενναιόδωρου πολίτη ή της ίδιας της πολιτείας. Χάρη σε επιγραφές ελληνιστικής εποχής ή μεταγενέστερες έχουμε τα ίχνη σχολών, όπου διδάσκονταν τα διάφορα μουσικά μαθήματα («τα μουσικά») σε αρκετά υψηλό επίπεδο. Φυσικά, αυτές οι σχολές βρίσκονται στις πόλεις, όπου εδρεύει ένα από τα μεγάλα σωματεία «διονυσιακών τεχνιτών» (σωματεία θρησκευτικά και επαγγελματικά καλλιτεχνών όλων των ειδικοτήτων), όπως στη Μαγνησία του Μαίανδρου, στη Χίο ή στην Τεώ. Μπορούμε να φανταστούμε πως τέτοιες σχολές αποτελούσαν για τις αδελφότητες αυτές φυτώρια καλά καταρτισμένων νέων ταλέντων. Τρεις επιγραφές της ίδιας εποχής μας φωτίζουν κάπως για τον τρόπο, με τον οποίο καταλάβαιναν τη διάρκεια των σπουδών, αν όχι στην ίδια την Ελλάδα, τουλάχιστον στη Μικρά Ασία τον 2ο αιώνα π.Χ.[8]

Στην Τεώ, η διδασκαλία των σχολών αυτών μας είναι γνωστή χάρη σε ένα νομοθετικό κείμενο, που ψηφίστηκε από την πολιτεία και καθορίζει τις διαδικασίες χρησιμοποιήσεις μια χρηματικής δωρεάς, που έκανε ένα πολύ πλούσιο πρόσωπο με το όνομα Πολυθρούς, για τη μόρφωση όλων των ελεύθερων παιδιών, αγοριών και κοριτσιών[9]. Το γεγονός αυτό μαρτυρεί πως η διδασκαλία, που προσφέρεται στα δημόσια ή ιδιωτικά αυτά ιδρύματα, ξεπερνούσαν πολύ το τεχνικό επίπεδο, που μπορούσαν να κατακτήσουν οι νεαροί μαθητές καντά σε ένα συνοικιακό κιθαριστή.

Η αρχαία ελληνική εκπαιδευτική μουσική πράξη περιλάμβανε όργανα από τις τρεις κύριες κατηγορίες, δηλαδή έγχορδα, πνευστά και κρουστά. Τα όργανα με τη μεγαλύτερη διάδοση ήταν η λύρα και η «αιωρική» κιθάρα. Διδάσκονταν η οργανική και η φωνητική μουσική. Στην πρώτη περίπτωση, ο κιθαριστής κάνει επίδειξη στον μαθητή, ο οποίος μαθαίνει με τη μίμηση και αποστήθιση, στη δεύτερη, ο δάσκαλος συνοδεύει τον νεαρό μαθητευόμενο τραγουδιστή με τον αυλό ή με ένα έγχορδο όργανο, όπως η λύρα ή η βάρβιτος. Ο αυλός που εμφανίζεται στην αττική εκπαίδευση μετά τους Μηδικούς Πολέμους, δεν θα κερδίσει την ιδιαίτερη συμπάθεια των Αθηναίων εκπαιδευτών. Αν και η παρουσία του απαιτείται σε διάφορες περιστάσεις, ιδιαίτερα στο χορό και τη διονυσιακή μουσική του διθυράμβου, αντιμετωπίζεται με κάποια εχθρότητα από την αττική παιδεία που αναγνώριζε τον ήχο του έναν οργιαστικό χαρακτήρα που αναστάτωνε. Η παρουσία του στα χέρια των νέων θα μειωθεί σιγά-σιγά και θα εξαφανιστεί το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ., όταν, λόγω αλλαγών στις προτιμήσεις ως προς τα όργανα, οι «αυλοίται» θα γίνουν περιζήτητοι στη γειτονική πόλη των Θηβών. Σε αυτό συνέβαλαν αποφασιστικά και οι θεωρίες του Πλάτωνα αφού τον απέβαλε από την ιδανική πόλη, καθώς και του Αριστοτέλη, ο οποίος αναφέρει (Πολιτικά 8.6, 1341 b) ότι οι Αθηναίοι, γνωρίζοντας καλύτερα τους τρόπους που οδηγούν στην αρετή, αναγνώρισαν ότι ο αυλός εξασθενίζει την ψυχή αντί να τη δυναμώνει.

Όποιες και να είναι οι επιμέρους διαφορές η μουσική εκπαίδευση των νέων συνεχίζονταν με αμείωτο ρυθμό και ένα από τα κυρίαρχα πολιτιστικά γνωρίσματα, που χαρακτηρίζει αποκλειστικά την αρχαιότητα είναι οι μουσική διαγωνισμοί οι οποίοι ήταν πάνω από όλα θρησκευτικοί και για την ακρίβεια ιεροί. Οι διαγωνισμοί γίνονταν, για να τιμηθεί ένας θεός μέσα στο ιερό περίβολο του ναού, που του είχαν αφιερώσει και κάτω από την προεδρία των θρησκευτικών αρχών, που επαγρυπνούσαν για την καλή διεξαγωγή τους. Στην διάρκεια των εορτών οργανώνονταν θυσίες και λιτανείες, για να τιμηθεί η θεότητα. Οι διαγωνισμοί έμπαιναν κάτω από την προστασία του πύθιου Απόλλωνα στους Δελφούς, του Ολύμπιου Δία στη Νεμέα και στην Ολυμπία και του Ποσειδώνα στον Ισθμό. Το ίδιο γίνονταν για όλους τους άλλους διαγωνισμούς, τοπικούς και περιφερειακούς.

Το «αγωνιστικό πνεύμα» ήταν ένα βασικό δεδομένο της μουσικής ζωής, όπως ήταν και της ελληνικής παιδείας και της ελληνικής κοινωνίας. Κάτω από τις συνθήκες αυτές αδιάκοπων συναγωνισμών η τέχνη για την τέχνη δεν ήταν κοινή μοίρα των μουσικών ΄ κάθε άλλο. Κι ας ενοχλούσε αυτό ορισμένους Έλληνες διανοουμένους. Από τον 4ο αιώνα π.Χ. μόνο μερικοί ερμηνευτές εξακολουθούσαν πεισματικά να δίνουν προτεραιότητα στην καλλιτεχνική τελειότητα περιφρονώντας το πνεύμα συναγωνισμού, που μεγάλωνε και που είχε σαν προϋπόθεση μια ορισμένη φιλοφρόνηση απέναντι στις προτιμήσεις του κοινού[10].

Για πολλούς αιώνες, διλαδή ανάμεσα στο τέλος του 6ου αιώνα π.Χ. και στην αρχή της ελληνιστικής εποχής, η «περίοδος» των ιερών αγώνων κυλούσε σε διάστημα τεσσάρων χρόνων, δηλαδή σε μία «Ολυμπιάδα». Η «περίοδος» είχε μουσικές δοκιμασίες μόνο σε τρεις από τους τέσσερις διαγωνισμούς της ΄ στην Ολυμπία δεν υπήρξε ποτέ μουσικός «αγών» με εξαίρεση τον διαγωνισμό που διοργάνωσε ο Νέρωνας το 66 μ.Χ.

Εκτός από τους τρεις πανελλήνιους και ιερούς αγώνες υπήρχαν πολλοί τακτικοί μουσικοί διαγωνισμοί, μέσα στο πλαίσιο πολιτιστικών ή θρησκευτικών εορτών. Στην Αθήνα οι δύο σπουδαιότεροι, που δημιουργήθηκαν και οι δύο από τον 6ο αιώνα π.Χ., ήταν τα Παναθηναια και τα Μεγάλα Διονύσια.

Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι η μουσική έπαιζε σημαντικό ρόλο σε πολλές, δημόσιες και ιδιωτικές, εκδηλώσεις της ζωής της αρχαίας Ελλάδος. Η μουσική ήταν πανταχού παρούσα, όχι μόνο στον δημόσιο αλλά και στον ιδιωτικό βίο των αρχαίων Ελλήνων, στενά συνυφασμένη με την ανθρώπινη χαρά και τον πόνο, τις χαρές του γλεντιού και του κρασιού, τις εργασίες στο σπίτι και στην ύπαιθρο.

Στους σημαντικούς σταθμούς της ζωής, από την βάφτιση ως το θάνατο, η μουσική δεν απουσίαζε.

Η εκμάθηση της λοιπόν, από τη νεολαία χρειάστηκε να επιβληθεί νωρίς, ως αναγκαία τεχνική, πέρα από τη θεώρηση της ως κατάλληλου συμπληρώματος της μόρφωσης. Η ελληνική μουσική, σε συνδυασμό με την ποίηση και το χορό, αποτελεί ουσιαστικό τμήμα της εκπαίδευσης του πολίτη, με διαφορές βέβαια, ως προς το βαθμό και την ποιότητα, ανάλογα με το πολιτικό και το πολιτιστικό επίπεδο κάθε κέντρου και τις διάφορες ιστορικές περιόδους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αγγελόπουλος κ.α., Τέχνες ΙΙ: Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού, ΕΑΠ, Πάτρα 2000

Annie Belis, Η καθημερινή Ζωή των Μουσικών στην Αρχαιότητα, μετ. Σταύρου Βλοντάκη, Παπαδήμα, Αθήνα 2004.

Γιαννής Πλεμμένος, Συζητώντας για την Ελληνική Μουσική, Εν πλώ, Αθήνα 2003

Δημήτρης Γιάννου, Ιστορία της Μουσικής, Τομ. Α΄, university studio press, Θεσσαλονίκη 1995

Νικολέτα Διβάρη κ.α. Μουσών Δώρα, Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 2004

West M.L. Αρχαία Ελληνική Μουσική, μετ. Στάθης Κομνηνός, Παπαδήμα, Αθήνα 1999



[1] West M.L. Αρχαία Ελληνική Μουσική, μετ. Στάθης Κομνηνός, Παπαδήμα, Αθήνα 1999, σ.1

[2] Αλεξάνδρα Γουλάκη κ.α., Μύθος και πραγματικότητα στην Ελληνική Μουσική, Μουσών Δώρα, Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα 2004, σ.σ.41-47

[3] West M.L., ο.π., σ.45

[4] Γιαννής Πλεμμένος, Συζητώντας για την Ελληνική Μουσική, Εν πλώ, Αθήνα 2003,σ.11

[5] Γιαννής Πλεμμένος, ο.π., σ.σ. 66-73

[6] Annie Belis, Η καθημερινή Ζωή των Μουσικών στην Αρχαιότητα, μετ. Σταύρου Βλοντάκη, Παπαδήμα, Αθήνα 2004, σ. 19

[7] Annie Belis, ο.π., σ. 20

[8] Παπαοικονόμου – Κηπουργού, Συστήματα μουσικής παιδείας, Τέχνες ΙΙ: Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού, ΕΑΠ, Πάτρα 2000,σ. 165

[9] Επιγραφή (CIG 3059)

[10] Ο Ισμηνίας, ο Ατιγενίας, κλπ, προτιμούσαν να μην εκτιμά πολύ το κοινό και οι κριτές, παρά να υποτάσσονται στα γούστα της ημέρας. Μια στάση αρκετά σπάνια που υπογραμμίστηκε από τους αρχαίους συγγραφείς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: