Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Πώς παρελθοντικά γεγονότα προβάλλονται στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου και στον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή και πως αυτή η συστηματική προβολή του παρελθόντος καθορίζει τη μοίρα του Αγαμέμνονα και του Οιδίποδα.

ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
merkoyr1@otenet.gr
 
ΕΝΟΤΗΤΑ 1η
1.α  Αισχύλος
 Αισχύλος  γεννήθηκε στην Ελευσίνα, το 525πΧ. Πατέρας του ήταν ο Ευφορίωνας, που καταγόταν από μεγάλη γενιά ευπατριδών. Η ευγενική καταγωγή, η αριστοκρατική ανατροφή, η δημοκρατική ελευθερία, το θρησκευτικό-μυστικιστικό περιβάλλον της Ελευσίνας (λατρεία Δήμητρας - Περσεφόνης) και οι μεγάλοι εθνικοί αγώνες των Ελλήνων εναντίον των βαρβάρων, συντέλεσαν ώστε να διαπλαστεί ο ευσεβής και γενναίος χαρακτήρας του ποιητή και το υψηλό φρόνημα που τον διέκρινε.
Με προθυμία πήρε μέρος σε όλους τους αγώνες εναντίον των Περσών. Στο Μαραθώνα (490 π.Χ.) με πολλά τραύματα, λιπόθυμος μεταφέρθηκε από τη μάχη, ενώ ο αδερφός του Κυναίγειρος με τον ηρωικό του θάνατο προκάλεσε το θαυμασμό όλων. Επίσης πολέμησε στη Σαλαμίνα (480) και στις Πλαταιές (479).
Για τη μόρφωσή του δεν έχουμε καμιά θετική πληροφορία. Αν κρίνει όμως κανείς από τα έργα του, πρέπει να είχε βαθιά γνώση των επών του Ομήρου, καθώς και των διδακτικών επών. Από τους λυρικούς, τους οποίους φαίνεται να γνώριζε καλά, ο Σόλωνας επέδρασε ιδιαίτερα στην ποιητική του καλλιέργεια.
Σε ότι αφορά τα έργα του δεν μας είναι γνωστό πόσες ακριβώς τραγωδίες έγραψε. Σύμφωνα όμως με το βιογράφο του πρέπει να έγραψε 70 τραγωδίες και πέντε σατυρικά δράματα, ενώ ο λεξικογράφος Σουίδας αναφέρει 92 έργα του, δηλ. 23 τετραλογίες. Μέχρι σήμερα σώθηκαν οι τίτλοι 77 έργων. Ολόκληρα όμως σώθηκαν μόνον 7 τα οποία σε μια σύντομη ανάλυση έχουν ως εξής:
α) Ικέτιδες, β) Πέρσαι, γ) Επτά επί Θήβαις,  δ) Προμηθεύς δεσμώτης, ε) Αγαμέμνων. Μαζί με τις τραγωδίες Χοηφόροι και Ευμενίδες αποτελεί τριλογία (358πχ). Πρόκειται για τη γνωστή Ορέστεια, που μετά την Ιλιάδα και την Οδύσσεια θεωρείται το μεγαλοπρεπέστερο μνημείο των ελληνικών γραμμάτων. Στον "Αγαμέμνονα", η Κλυταιμνήστρα δολοφονεί το σύζυγό της, μόλις αυτός γυρνά από την Τροία, στ) Χοηφόροι, ζ) Ευμενίδες.
1.β  Αισχύλος -  Αγαμέμνονας
Η Ορέστεια, κατά τον Leski[1] αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές της ανθρώπινης τέχνης. Περιλαμβάνει τρία έργα. Τον ΄΄Αγαμέμνονα΄΄ τις ΄΄Χαηφόρες΄΄ και τις ΄΄Ευμενίδες΄΄, που έχουν κοινή θεματολογία.
Στον Αγαμέμνονα, ο Αισχύλος πραγματεύεται το φόνο του Αγαμέμνονα που με δόλο εκτελεί η Κλυταιμήστρα, όταν αυτός επιστρέφει νικητής στο παλάτι, μετά την τρωική καταστροφή, φέρνοντας μαζί του την Κασσάνδρα. 
Στο πρώτο στάσιμο, ο χορός. Ψάλλει πως το πάρσιμο της Τροίας, είναι η τιμωρία που στέλνεται από τον Ξένιο Δία εξ΄ αιτίας της ύβρεως που διέπραξε ο Πάρης, αρπάζοντας την Ελένη, προβάλλοντας έτσι το δίκαιο της φιλοξενίας. Ακολουθεί ο ύμνος στο Δία, όπου εμφανίζεται η πεποίθηση ότι το θείο τιμωρεί την παραβίαση του μέτρου από τον άνθρωπο με ένα τρόπο σκληρό, που όμως οδηγεί στη γνώση «το πάθος μάθος, στ. 177»
Στη  συνέχεια, ο Χορός αναφέρεται στη θυσία της Ιφιγένειας από τον Αγαμέμνονα, που ήταν απαίτηση της θεάς Άρτεμης εξ΄αιτίας του φόνου ενός ελαφιού της. Έτσι ο Αγαμέμνονας βρίσκεται στην τρομερή ανάγκη να διαλέξει μεταξύ, δύο κακών. Την τύχη του στρατού του ή τη θυσία του παιδιού του.
Η όποια απόφαση του θα οδηγούσε σε συμφορά. Η μία συλλογική, η άλλη ατομική.
Ο Αγαμέμνονας, σ΄ αυτό το σημείο γίνεται το τραγικό πρόσωπο που πρέπει το ίδιο να κάνει την τελική επιλογή και να φέρει την ευθύνη της πράξης του: « κρίμα βαρύ να μη λυγίσω βαρύτερο να σφάξω το παιδί, καμάρι του σπιτιού μου το πατρικό να μαγαρίσω χέρι μου βάφοντας το βωμό στο αίμα της παρθένας ολόγυρα με ζώνουν συμφορές λιποτάκτης να γίνω ή ορκοπάτης φρικτός »
Ο Αγαμέμνονας παίρνει την απόφαση της θυσίας της Ιφιγένειας υπό την  πίεση μιας μεγάλης ανάγκης. Η απόφαση όμως είναι τελικά δική του.[2]
            Στο πέμπτο στάσιμο του Αγαμέμνονα η Κλυταιμήστρα σε ένα διάλογο με το χορό δίνει διάφορες αιτιάσεις για το φόνο του συζύγου της, τον οποίο προσχεδίαζε από καιρό. Η συζυγοκτόνος εμφανίζει  το δόλιο φόνο, ως έργο δικαίου, για να τιμωρηθεί ο Αγαμέμνονας για την ύβρη στην οποία υπέπεσε, θυσιάζοντας την κόρη του. Οι θεόσταλτες Ερινύες το απαιτούσαν, βασανίζοντας την έως ότου ξεπληρωθεί το χρέος της και απονείμει δικαιοσύνη: «την Ερινύα που για χάρη τους τον άντρα μου έσφαξα». Στο ίδιο στάσιμο γίνεται αναφορά στο προγονικό αμάρτημα, που στοιχειώνει το γένος των Ατρειδών και του οποίου μέρος, αποτελεί η Κλυταιμνήστρα και οι πράξεις της,[3] διώχνοντας από πάνω της το μερίδιο της ευθύνης. Ο χορός από την άλλη εκφράζει τη θρησκευτική πεποίθηση για την παντοδυναμία του Δία, που κινεί τα πάντα και ελέγχει τα ανθρώπινα.
Στο έκτο στάσιμο στο διάλογο Χορού – Κλυταιμνήστρας – Αίγυσθου, ο Χορός εκφράζει το φόβο του για την τιμωρία των θεών, που θα ακολουθήσει την μιαρή πράξη της συζύγοκτονίας, αφού υπάρχει νόμος θεϊκός: «… θα πάθεις ό,τι πράξεις».  Ο Αίγισθος, ωστόσο, περιγράφεται αμετανόητος γιατί ξεπληρώνει ένα παλιό, οικογενειακό χρέος και θεωρεί τον εαυτό του αυτουργό του φόνου: «Κι εγώ τον χτύπησα τον άντρα αυτόν κιας έλειπα. Εγώ σχεδίασα πέρα για πέρα την παγίδα χαμού», υπακούοντας στους αιώνιους θεϊκούς νόμους για την απόδοση της δικαιοσύνης.

1.γ) Το βαθύτερο νόημα της τραγωδίας

Στο παραπάνω έργο του Αισχύλου διακρίνονται δύο επίπεδα. Το θεϊκό, το οποίο κυριαρχεί και είναι ευδιάκριτο παντού, ιδιαίτερα στα μέρη του Χορού, που εκφράζουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις.
Η παντοδύναμη θεϊκή βούληση θέτει τους νόμους, σύμφωνα με τους οποίους οφείλουν οι άνθρωποι να δρουν και αυτοί οι νόμοι είναι απώτεροι από τους άλλους τους ανθρώπινους. Τα έργα στηρίζονται στον άξονα ενοχής – τιμωρία. Οι παραβάτες των θεϊκών κανόνων θεωρούνταν υβριστικές και η ύβρις  επισύρει τιμωρία. Υπάρχει, ωστόσο, και το άλλο επίπεδο, αυτό της ανθρώπινης βούλησης κι ελευθερίας, που δεν είναι εμφανές, αλλά υπαινίσσεται και που θέτει στους τραγικούς ήρωες διλλήματα, τα οποία οι ίδιοι καλούνται να απαντήσουν, παίρνοντας την τελική ευθύνη για την επιλογή τους. 

                                            
ΕΝΟΤΗΤΑ 2η
2.α  Σοφοκλής
       Ο Σοφοκλής γεννήθηκε  στον (Ίππιο) Κολωνό – δήμο της Αθήνας – το 497/5 π.Χ. και πέθανε το 406/5. Διδάχθηκε τη μουσική από τον επιφανέστερο μουσικό Λάμπρο.[4]
Έζησε  τους Περσικούς Πολέμους σαν παιδί και έφηβος, πήρε μέρος σαν άνδρας – εξελέγη στρατηγός με τον Περικλή-  στα μεγάλα έργα της Αθήνας και της Δημοκρατίας της, τον έπλασε η Αθήνα και την εξέφρασε και πρόκανε να δει όλο σχεδόν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο που δεν τον ήθελε.
Ο Σοφοκλής έγραψε 123-130 δράματα, από τα οποία σώζονται 17 τραγωδίες και είναι οι εξής: Αίας, Ηλέκτρα, Οιδίπους τύραννός, Αντιγόνη, Τραχίνιαι, Φιλοκτήτης, Οιδίπους επί Κολωνού, 400 περίπου στίχοι από το σατυρικό δράμα Ιχνευταί και αποσπάσματα άλλων δραμάτων. 
Οι καινοτομίες τις οποίες έφερε στην δραματική τέχνη είναι : α) εισήγαγε τρίτο υποκριτή β) αύξησε τον αριθμό των χορευτών από 12 σε 15, γ) έλυσε την ενότητα των δραμάτων της τριλογίας, δ) βελτίωσε τη σκηνογραφία και ε) περιόρισε τα άσμτα του χορού και έδωσε μεγαλύτερη έκταση στο διάλογο.


2.β  Σοφοκλής - Οιδίποδας Τύραννος  
      Η ιστορία του Οιδίποδα, ο πυρήνας της δηλαδή, δηλαδή ένας που σκότωσε τον πατέρα του και παντρεύτηκε τη μάνα του και έκανε μαζί της παιδιά, και τον κυνηγάει από΄ κεί και πέρα η συμφορά και προκαλεί συμφορές κ.λπ. Πρέπει να είναι παλιά ιστορία και πρέπει να  ξεκινά η διαμόρφωσή της κατά τους προϊστορικούς χρόνους, κάπου εκεί, μετά τη μετάβαση από την αγέλη στην οργανωμένη ομάδα, και φυσικά έντονη σχέση πρέπει να έχει με τη μητριαρχία και με τη δημιουργία των ταμπού της.
Στον πρόλογο (1-150) βλέπουμε ότι φοβερή αρρώστια έχει πέσει στη Θήβα και ερημώνει τα πάντα. Οι δύστυχοι Θηβαίοι για να γλυτώσουν από τη συμφορά, καταφεύγουν σε όλα τα μέσα, θυσίες, δεήσεις και θρήνους, αλλά δεν καταφέρνουν τίποτα. Στην απόγνωση τους στέλνουν ως αντιπρόσωπους μερικούς γέροντες και νεαρούς πολίτες στο βασιλιά Οιδίποδα να τον παρακαλέσουν να γλυτώσει άλλη μια φορά την πόλη, όπως τότε που την απάλλαξε από τη φοβερή Σφίγγα λύνοντας το αίνιγμα της. Επικεφαλής των ικετών είναι ένας σεβάσμιος ιερέας. Ο Οιδίποδας διαβεβαιώνει τον ιερέα, πως κανένας άλλος μέσα στην πόλη δεν αισθάνεται τόσο πόνο όσο αυτός, ότι για τα παθήματα του λαού του ούτε να κοιμηθεί πια μπορεί, ούτε να ησυχάσει, και πως από τα πολλά, που σκέφτηκε, για να γλυτώσουν απ΄το κακό, του φάνηκε πως το καλύτερο ήταν να στείλει τον αδελφό της γυναίκας του, τον Κρέοντα στο μαντείο των Δελφών, για να ρωτήσει το θεό τι πρέπει να κάμουν για να γλυτώσει η πόλη τους. Ο Κρέοντας  φέρνει το χρησμό του Απόλλωνα ο οποίος λέει ότι για να σωθεί η πόλη πρέπει να βρεθεί ο φονιάς του Λαϊου. 
Στο επεισόδιο Α΄ (216-462) Ο Οιδίποδας ξαναβγαίνει από τα ανάκτορα και ανακοινώνει στους Θηβαίους προκρίτους τον χρησμό που έδωσε το μαντείο και προτρέπει αυτούς που ξέρουν τον φονιά να τον αποκαλύψουν «ποιος σκότωσε τον Λάιο του Λαυδάκου να μου το φανερώσει» και να μην τον κάνουν παρέα γιατί ντρόπιασε την πόλη  και από μέρος του θα τον τιμωρήσει όπως του αξίζει για τον φόνο που έκανε στον Λάϊο σαν να ήταν δικός του πατέρας «θα παλέψω με τους πάντες και τα πάντα σαν να ΄τανε πατέρας μου». Είναι όμως δύσκολο να βρεθεί ο δολοφόνος. Γι΄ αυτό ο χορός υποστηρίζει ότι πρέπει να ρωτηθεί μάντης. Αλλά ο Οιδίποδας. Μετά από συμβουλή του Κρέοντα, έχει ήδη στείλει να φωνάζουν τον Τειρεσία και αναρωτιέται μάλιστα, γιατί αργεί.  Εκείνη τη στιγμή φθάνει ο Τειρεσίας, ο Οιδίποδας τον υποδέχεται με σεβασμό και τον παρακαλεί με αγωνία να σώσει μ΄ οποιαδήποτε μαντεία την πόλη. Ο μάντης αρνείται να εκφράσει γνώμη και λέει πως μετανιώνει που είρθε. Ματαίως ο Οιδίποδας τον παρακαλεί και, βλέποντας πως ο μάντης αρνιέται, χωρίς να συγκινείται από τη συμφορά που έπεσε στην πόλη, θυμώνει μαζί του. Τότε ο Τειρεσίας προσπαθεί με διάφορους υπαινιγμούς να τον κάνει να πάψει να επιμένει για την αλήθεια, αλλά ο Οιδίποδας εξαγριώνεται, γιατί νομίζει πως ο μάντης είναι συνένοχος στην δολοφονία του βασιλιά και τον βρίζει. Ο Μάντης τότε εξοργίζεται και δηλώνει πως ο ίδιος ο Οιδίποδας είναι η αιτία της συμφοράς για την πόλη και ο φονιάς του Λαϊου « Λέω πως είσαι ο φονιάς που ψαχνής». Ο Οιδίποδας έξαλλος λέει, πως όλα αυτά τα σκέφθηκε ο Τειρεσίας, γιατί θέλει να βοηθήσει τον Κρέοντα, που συνωμοτεί για να αρπάξει την εξουσία. Γι΄ αυτό και φωνάζει το μάντη μηχανορράφο, πονηρό και απατεώνα και τον διώχνει. Μετά απ΄ αυτό μπαίνει στο ανάκτορο. Ο Τειρεσίας λέει ακόμη σαφέστερα, πως ο Οιδίποδας έχει σκοτώσει τον πατέρα του, έχει σύζυγο τη μητέρα του και αδέρφια τα παιδιά του και φεύγει . 
Στο επεισόδιο Β΄ (511-862) βλέπουμε να  εμφανίζεται ο Κρέοντας, που έχει μάθει πως ο Οιδίποδας τον κατηγορεί για συνωμοσία και προσπαθεί ν΄ αποδείξει στο χορό, πως είναι αθώος. Ο Οιδιόπδας βγαίνει από τα ανάκτορά του και, μόλις βλέπει τον Κρέοντα, επειδή εξακολουθεί να πιστεύει πως θέλει ν΄ αρπάξει το θρόνο, του μιλάει με θυμό και τον καταδικάζει σε θάνατο. Αλλά η λογομαχία τους ήταν τόσο δυνατή, που ακούγοντας τους η Ιοκάστη βγαίνει έξω από το ανάκτορο και παρακαλεί μαζί με το χορό τον Οιδίποδα να μην τον σκοτώσει. Ο Οιδίποδας υποχωρεί και δεν σκοτώνει τον Κρέοντα.  Θέλοντας η Ιοκάστη να ησυχάσει τον Οιδίποδα τον συμβουλεύει να μην πιστεύει στους μάντεις, γιατί και κάποιος χρησμός που δόθηκε στον Λάϊο, ότι θα τον σκοτώσει ο γιος του  δεν βγήκε αληθινός, γιατί τελικά των σκότωσαν ληστές, ενώ ο γιος του πέθανε πολύ πιο πριν από αυτόν. Στην προσπάθεια της η Ιοκάστη να μηδενίσει την αξία της μαντικής τέχνης και να φέρει την γαλήνη στην ψυχής του άντρα της πετυχαίνει το αντίθετο. Δηλαδή η φράση στους τρείς δρόμους θύμισε στον Οιδίποδα κάτι από το παρελθόν του. Ο Οιδίποδας ρωτάει την Ιοκάστη αν σώθηκε κανείς από εκκινεί την συμπλοκή και η Ιοκάστη του αναφέρει ότι ζει ένας στην ύπαιθρο. Ο Οιδίποδας ζητά από την Ιοκάστη να τον φέρει και αυτή εκτελεί την εντολή του.
Στο επεισόδιο Γ΄ (911-1085) να εμφανίζεται  η Ιοκάστη η οποία απευθύνει κάποια ευχή στον Απόλλωνα παράλληλα  εμφανίζεται ένας αγγελιοφόρος από την Κόρινθο, που λέει πως οι Κορίνθιοι ανακήρυξαν τον Οιδίποδα βασιλιά, επειδή ο Πόλυβος πέθανε. Φωνάζουν τον Οιδίποδα έξω από τα ανάκτορα και, μόλις μαθαίνει το νέο, αρχίζει να χαίρεται μαζί με την Ιοκάστη και να μιλούν περιφρονητικά για τους χρησμούς.  Στην συνέχεια όμως ο Οιδίποδας παρατηρεί, πως ο χρησμός που κάποτε του δόθηκε, διαψεύστηκε μόνο για τη δολοφονία του πατέρα του και φοβάται πως, αν γυρίσει στην Κόρινθο, μπορεί να βγει αληθινός για το γάμο με τη μητέρα του. Ο αγγελιοφόρος, όταν μαθαίνει για το χρησμό, λέει στον Οιδίποδα ότι δεν είναι παιδί του Πολύβιου και της Μερόπης, γιατί  αυτός ο ίδιος τον πήρε μωρό από τον Κιθαίρωνα από κάποιο βοσκό του Λάϊου και τον έφερε στους βασιλιάδες της Κορίνθου, που δεν είχαν παιδί. Η Ιοκάστη, που κατάλαβε τα πάντα παρακαλεί τον Οιδίποδα να σταματήσει τις έρευνες, αλλά μάταια. Λυπημένη τότε η βασίλισσα μπαίνει στο ανάκτορο. Ο χορός εκφράζει τη γνώμη πως ο υπηρέτης του Λάϊου που περιμένουν να έρθει, είναι αυτός που παράδωσε στον Κορίνθιο αγγελιοφόρο τον Οιδίποδα. 
Στο επεισόδιο Δ΄(1109-1185)  φτάνει ο υπηρέτης του Λάϊου που περίμεναν. Ο Οιδίποδας τον ρωτά μπροστά στον αγγελιοφόρο της Κορίνθου και αυτός αναγκάζετε να ομολογήσει όλη την αλήθεια. Έτσι ο Οιδίποδας αποδείχνετε πατροκτόνος και αιμομίκτης. Με φωνές και κλάματα μπαίνει στο ανάκτορο, ενώ ο δούλος και ο αγγελιοφόρος φεύγουν.
Στην έξοδο (1223-1530) βλέπουμε τους θρήνους του χορού να διακόπτει για λίγο κάποιος που βγαίνει από τα ανάκτορα λέγοντας πως η Ιοκάστη κρεμάστηκε και ο Οιδίποδας έβγαλε μόνος του τα μάτια του. Αυτά τα φρικτά λόγια τα κάνει ακόμη φρικτότερα η θέα της κρεμασμένης Ιοκάστης και του τυφλωμένου Οιδίποδα, μόλις ανοίγει η πόρτα. Θέαμα αποκρουστικό που τη φρίκη του μεγαλώνουν οι απερίγραπτοι θρήνοι του Οιδίποδα, που κρατιέται από δύο υπηρέτες και βγαίνει στην σκηνή παρακαλώντας τον Κρέοντα να πάρει στην προστασία του τις δύο μικρές κόρες του την Αντιγόνη και την Ισμήνη, που φθάνουν εκείνη τη στιγμή με εντολή του Κρέοντα. ΟΟιδίποδας χαϊδεύει τις δύο κόρες του και θρηνεί και θα συνέχιζε αν ο Κρέοντας δεν τον έβαζε στο ανάκτορο. Μπροστά σε μια τέτοια στροφή της τύχης ο Χορός διαπιστώνει την ανθρώπινη ματαιότητα και λέει το απόφθεγμα του Σόλωνα «μηδέν προ του τέλους μακάριζε» 
2.γ) Το βαθύτερο νόημα της τραγωδίας
Κεντρική ιδέα της τραγωδίας μας είναι: η σύγκρουση του Οιδίποδα προς τη Μοίρα και τη Θεία Δίκη, προς τη θέληση των οποίων η βούληση του ανθρώπου είναι ανίσχυρη η Ανάγκη απαιτεί την πλήρη υποταγή του ανθρώπου προς τις επιταγές αυτής και κάθε αντίσταση προς αυτή είναι μάταιη. Πιο πέρα η «ύβρις» προκαλεί την επέμβαση του Θείου και την τιμωρία του υβριστή για αποκατάσταση της διασαλευόμενης φυσικής και ηθικής τάξης. Προκειμένου να κρίνει τις ανθρώπινες πράξεις, αναζητεί τα βαθύτερα κίνητρα και την εσωτερική διάθεση του ανθρώπου που τις διέπραξε. Ο Σοφοκλής τρέφει βαθύ σεβασμό στις μυθικές και θρησκευτικές παραδόσεις της πόλης. Η παρουσία των θεών είναι πάντοτε αισθητή αντιπροσωπεύουν το φως, την ηρεμία αλλά και τη δύναμη ο άνθρωπος είναι ασταθής και εφήμερος, γι' αυτό και οι θεϊκοί νόμοι, συγκρινόμενοι με τους ανθρώπινους, υπερισχύουν.
Ο ήρωας του είναι γενναιότερος από τον μέσο άνθρωπο και παλεύει, χωρίς καμία ανθρώπινη βοήθεια, μέσα στη μοναξιά που επιβάλλει ο ηρωισμός και η βούλησή του. Το μεγαλείο του βρίσκεται στην αλύγιστη δύναμή του και στη συναίσθηση ότι εκτελεί το καθήκον του, ακόμα και αν τον  απαρνούνται όλοι και τον εμπαίζουν οι θεοί. Παρότι είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του εξαιτίας της εσωτερικής τους ελευθερίας, δεν είναι κύριος της τύχης του. Ακόμα και όταν σφάλει, έχει κάτι το ευγενικό και το υψηλό∙ δεν παρουσιάζετε  με ταπεινά αισθήματα, αλλά διακρίνετε για την αίσθηση του χρέους του.
Ο Σοφοκλής, βάζοντας στο κέντρο του τραγικού του κόσμου τον άνθρωπο, παριστάνει τον ήρωα του εξιδανικευμένο, σύμφωνα με την ηθική και αισθητική δεοντολογία, ώστε ο θεατής να αναγνωρίζει σε αυτόν τις δικές του αρετές και πάθη. Αντίθετα τα δευτερεύοντα πρόσωπα δεν διακρίνονται από τη δύναμη, την αποφασιστικότητα, το πάθος, την υπερηφάνεια, όπως οι ήρωες, αλλά από την έλλειψη θάρρους, την αδυναμία, το φόβο και την αφέλεια. Έτσι ο χαρακτήρας του ήρωα διαγράφεται πληρέστερα, καθώς συγκρίνεται με κάποιο άλλο πρόσωπο.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Το θρησκευτικό στοιχείο και η μνήμη του παρελθόντος, στην αρχαία Ελλάδα, διέπει όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, τόσο της ιδιωτικής όσο και της δημόσιας ζωής. Η θεϊκή δύναμη από τη μια και μνήμη των ηρώων του παρελθόντος  από την άλλη είναι πάντα παρούσες. Στα έργα του Αισχίλου και του Σοφοκλή η θεϊκή δύναμη  παρουσιάζεται ως ο θεματοφύλακας της τάξης του κόσμου, διαφυλάσσοντας την τήρηση των κανόνων της κοσμικής λειτουργίας. Την τήρηση, δηλαδή του μέτρου και του δικαίου, σύμφωνα με τα οποία οφείλει ο άνθρωπος να στέκεται έναντι των υπολοίπων θνητών και έναντι των θεών. Η δε ανθρώπινη δράση εμφανίζεται ως, μέρος ενός θεϊκού σχεδίου και υπόκειται λιγότερο ή περισσότερο στη Θεϊκή καθοδήγηση.
            Αυτό που διακρίνουμε από τα δύο έργα είναι ότι  άνθρωπός στον Σοφοκλή και στον Αισχύλο, δρα μέσα στα πλαίσια ενός θεϊκού σχεδίου. Αυτό όμως που κάνει τη διαφορά είναι το γεγονός ότι στο Σοφοκλή, ο άνθρωπος έχοντας συναίσθηση της ιδιαιτερότητας του δρα με τους δικούς του όρους και σύμφωνα με το ήθος και το χαρακτήρα του. Έτσι, το θεϊκό στοιχείο που πρωταγωνιστεί στον Αισχύλο στον Σοφοκλή υποχωρεί σ΄ ένα δεύτερο επίπεδο και η συνδιαλλαγή του με το ανθρώπινο στοιχείο γίνεται, συχνά, όχι απ΄ ευθείας, αλλά μέσω των χρησμών.
Το πρώτο επίπεδο το καταλαμβάνουν οι άνθρωποι με τα πάθη και της ανυποχώρητες πεποιθήσεις του, διεκδικώντας το δικαίωμα να ορίζουν οι ίδιοι τη ζωή τους, όπως αυτοί νομίζουν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αδριανού Ε. Ο Αισχύλος και η Μετάβαση στην Κλασική Φάση της, στο Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο, «Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο», ΕΑΠ, Πάτρα 2001

Ηλίας Σπιρόπουλος, Σοφοκλής ΄΄Οιδίπους Τύρανος΄΄, Γρηγόρης, Αθήνα 1995
Ιωάννου Ρώσση, Σοφοκλής Οιδίπους Τύραννός, Γραφικαί Τέχναι Ν. Ρώσσης

Ιωάννης Μπάρμπας, Σοφοκλής Οιδίπους Τύραννός, Ζήτρος, Αθήνα 2002

Lesky Albin, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1981

Τοπουζής Κώστας, Σοφοκλής ΄΄Οιδίπους Τύρανος΄΄, Επικαιρότητα Ο.Ε, Αθήνα 1997






[1] Lesky Albin, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1981, σ. 370.
[2] Lesky Albin, ο.π. σ. 371
[3] Αδριανού Ε. Ο Αισχύλος και η Μετάβαση στην Κλασική Φάση της, στο Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο, «Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο», ΕΑΠ, Πάτρα 2001, σ. 61
[4] Ιωάννου Ρώσση, Σοφοκλής Οιδίπους Τύραννός, Γραφικαί Τέχναι Ν. Ρώσσης, Αθήνα, σ.11

Δεν υπάρχουν σχόλια: