Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Η προφορική παράδοση

ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
merkoyr1@otenet.gr

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Η προφορική παράδοση αποτελεί το σύνολο των στοιχείων του πολιτισμού, τα οποία μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, μέσω του προφορικού λόγου. Είναι στενά συνδεδεμένη με τις παραδοσιακές κοινωνίες από τις οποίες εμπλουτίζεται και στις οποίες προσαρμόζεται και αφορά όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η προφορική παράδοση αποτυπώνει και μεταβιβάζει τις αντιλήψεις, πεποιθήσεις και πρακτικές που αφορούν τον υλικό βίο της παραδοσιακής κοινότητας. Διασκεδάζει αλλά και διδάσκει. 


1. Τα γενικά χαρακτηριστικά της προφορικής λογοτεχνίας

                                                  
           Η προφορική λογοτεχνία, γνωστή και ως λαϊκή λογοτεχνία  ή λαϊκή φιλολογία σχετίζεται, όπως έχει αναφερθεί, με την προφορική παράδοση. Αφορά σύνθετες μορφές του προφορικού λόγου. Τα δημοτικά τραγούδια, τα ξόρκια, τα παραμύθια, τα αινίγματα, οι μύθοι, οι θρύλοι, λαογραφικές λέξεις ή ονόματα προσώπων και πραγμάτων, ευτράπελες διηγήσεις, παροιμίες, ευχές και κατάρες είναι ο μακρύς κατάλογος, που συνιστά τα είδη της προφορικής λογοτεχνίας. Στον κατάλογο αυτό συμπεριλαμβάνονται και οι συνοδευτικές κινήσεις του σώματος ή του προσώπου του αφηγητή. Η αφήγηση ενός παραμυθιού, π.χ., συνοδεύεται από εκφράσεις του προσώπου. Το δημοτικό τραγούδι ακολουθείται, συχνά, από χορό.[1]
           Η προφορική λογοτεχνία διαφέρει από τι γραπτή. Στη γραπτή λογοτεχνία υπάρχει δημιουργός συγκεκριμένος και το έργο διαδίδεται με το γραπτό λόγο. Αντίθετα, στην προφορική λογοτεχνία ο αρχικός δημιουργός χάνεται στο πέρασμα του χρόνου, καθώς το έργο μεταλλάσσεται από στόμα σε στόμα. Το προσωπικό στοιχείο του εκάστοτε αφηγητή εισχωρεί μέσα στο έργο και ο αφηγητής δεν νοείται ως δημιουργός, αλλά ως ερμηνευτής του. Ο βασικός κορμός του έργου, ωστόσο, δεν μεταβάλλεται, αφού η αφήγηση δεν γίνεται αυθόρμητα. Αντίθετα, ακολουθεί κανόνες που αφορούν το πρόσωπο του αφηγητή, το χρόνο εκφοράς της αφήγησης, το χώρο εκφοράς της και το ακροατήριο. Για παράδειγμα, το ρεπερτόριο του κάθε αφηγητή είναι περιορισμένο. Τα μοιρολόγια ή τα ταχταρίσματα προϋποθέτουν γυναίκα-αφηγητή. Τα αινίγματα θα πρέπει να έχουν παιδαγωγικό χαρακτήρα. Άρα όλα δεν μπορεί να εκφέρονται από όλους, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή.
       Το κυρίαρχο μέσο μεταβίβασης της προφορικής λογοτεχνίας είναι η γλώσσα. Η γλώσσα αποτελεί τον κώδικα επικοινωνίας μεταξύ των μελών της κοινότητας και μπορεί να είναι απλή ή σύνθετη.  Μια σύνθετη γλώσσα μπορεί να εμπεριέχει στοιχεία άλλων γλωσσών, όπως η ελληνική καθαρεύουσα, η στοιχεία γλωσσικά άλλων λαών, όπως συνηθέστερα συμβαίνει στην Ελλάδα όπου εντοπίζονται τουρκικά, βουλγαρικά, ιταλικά ή βλάχικα στοιχεία.[2]  Η σύνθετη γλώσσα μπορεί να είναι κατανοητή μόνο από μια συγκεκριμένη ομάδα, όπως είναι η γλώσσα των κτιστάδων. Έτσι η γλώσσα γίνεται το περίγραμμα μέσα στο οποίο αναπτύσσεται το προφορικό έργο.
            Η προφορική λογοτεχνία μπορεί να έχει πεζή ή έμμετρη μορφή. Χρησιμοποιεί, δε, δια να εκφραστεί τους τρόπους της γραπτής λογοτεχνίας: εικόνες, παρομοιώσεις, μεταφορές κ.λ.π.
            Ο τρόπος διάδοσης των έργων της προφορικής λογοτεχνίας εξαρτάται από το χαρακτήρα του μηνύματος που μεταφέρουν. Είναι σαφές ότι το μήνυμα αφορά, κατά κύριο λόγο, την ίδια την κοινωνία μέσα στην οποία έχει παραχθεί. Αυτό στη συνέχεια μεταδίδεται μέσα στο χρόνο, από γενιά σε γενιά. Οι αλλαγές σ΄ αυτήν την περίπτωση στο κείμενο είναι λίγες και αργές. Το ίδιο κείμενο είναι δυνατόν να μεταφερθεί και έξω από τα όρια της κοινότητας, μέσω των ανθρώπων που ταξιδεύουν: εργάτες, έμποροι ή ναυτικοί. Έτσι γίνεται μεταφορά στο χώρο. Σ΄ αυτήν την περίπτωση οι αλλαγές στο κείμενο είναι έντονες καθώς αυτό προσαρμόζεται στα δεδομένα της νέας κοινωνίας. Η μεταφορά στο χώρο σημαίνει και τον οικουμενικό χαρακτήρα των μηνυμάτων, που μεταφέρει ένα λαϊκό λογοτεχνικό κείμενο.
            Μια άλλη δίοδος μετάδοσης των προφορικών κειμένων είναι και η μεταφορά από είδος σε είδος. Παρατηρείται, δηλαδή, η εμφάνιση ενός μοτίβου ή θέματος μέσα σε δύο διαφορετικά είδη. Το θέμα του νεκρού αδελφού συναντάται τόσο στο δημοτικό τραγούδι, όσο και στο παραμύθι. Είναι, επίσης, συχνό το φαινόμενο του εγκιβωτισμού ενός σύντομου είδους μέσα σ΄ένα μεγαλύτερο.  Το ελληνικό λαϊκό παραμύθι εμπεριέχει, συχνά, αινίγματα.[3]
            Η προφορική λογοτεχνία απαιτεί ορισμένες «δεξιότητες» τόσο από τον αφηγητή, όσο και από τον ακροατή. Απαιτεί μια ανεπτυγμένη μαθησιακή ικανότητα και εξάσκηση της μνήμης τέτοιας, που να εξασφαλίζει την απομνημόνευση του έργου, αλλά και την αφομοίωση της γνώσης που μεταφέρει.
            Η προφορική λογοτεχνία έχει την ίδια σχέση με τον κοινωνικό περίγυρο, όπως και η ευρύτερη προφορική παράδοση. Τα προφορικά λογοτεχνικά έργα, καθώς αναπλάθονται από την παραδοσιακή κοινωνία, αποτυπώνουν και την κάθε φορά κοσμοθεωρία της κοινωνίας αυτής. Παράλληλα μεταφέρουν στην ίδια κοινωνία πρότυπα και αντιλήψεις από άλλους χώρους και άλλους χρόνους.

2. Τα γνωρίσματα του Ελληνικού Λαϊκού Παραμυθιού

            Το λαϊκό παραμύθι ανήκει στα είδη της λαϊκής λογοτεχνίας. Είναι ένα κράμα γνώσης και φαντασίας, που εμπεριέχει και μεταδίδει τη συλλογική μνήμη των παραδοσιακών κοινοτήτων.[4] Στην Ελλάδα η έρευνα και η μελέτη του λαϊκού παραμυθιού συνδέθηκε με την προσπάθεια για τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας των νεοελλήνων (έως το 1850). Στην συνέχεια συνδέθηκε με την ελληνική Αρχαιότητα, ως απόδειξη της αδιάσπαστης συνέχειας του ελληνισμού.
            Η πρώτη συλλογή ελληνικών λαϊκών παραμυθιών έγινε από τον Αυστριακό Johann Georg von Hahn, με τίτλο: Ελληνικά και αλβανικά παραμύθια, το 1864. Ακολούθησε το ελληνικό ενδιαφέρον από πνευματικές προσωπικότητες, όπως ο Ν. Πολίτης και ο Γ. Δροσίνης. Περιοδικά και βιβλία δημοσιεύσεων λαογραφικό υλικό, ενώ εκδηλώνεται έντονο ενδιαφέρον από το υπουργείο Παιδείας για τη συλλογή των προϊόντων της λαϊκής παράδοσης μέσω των εκπαιδευτικών. Ταυτόχρονα λαογράφοι και γλωσσολόγοι της εποχής διασώζουν ένα μεγάλο αριθμό παραμυθιών.[5]
            Η Ελλάδα, καθώς αποτελεί γέφυρα μεταξύ Ηπείρων συνενώνει στοιχεία τόσο δυτικά όσο και ανατολικά. Ιδιαίτερη είναι η σχέση μεταξύ ελληνικών και τούρκικων παραμυθιών, αν και σύμφωνα με τον Dawkins το ελληνικό παραμύθι επηρέασε το τουρκικό και όχι το αντίθετο. Υπάρχει, ωστόσο, συγγένεια με το ιταλικό παραμύθι, αν και ο χαρακτήρας του ελληνικού είναι πιο ελαφρύς και χαρούμενος.[6]
            Την αφήγηση των παραμυθιών την έκαναν οι παραμυθάδες, που μπορεί να ήταν, γυναίκες ή σπανιότερα παιδιά. Οι άντρες αφηγούνταν σε δημόσιους χώρους, ενώ οι γυναίκες περιορίζονταν στο χώρο του σπιτιού. Οι ικανοί παραμυθάδες ήταν περιζήτητοι και έχαιραν εκτίμησης από το περιβάλλον τους.
            Ο χώρος της αφήγησης συνδεόταν με τις ασχολίες της παραδοσιακής κοινωνίας. Εκτός από το σπίτι στα νυχτέρια, συνηθισμένος χώρος αφήγησης υπήρξε  και ο μύλος, ο φούρνος ή το τσαγκαράδικο. Οι καλύτεροι αφηγητές θεωρούνταν οι ναυτικοί, οι βοσκοί και οι καμινάδες.[7]
            Το λαϊκό παραμύθι έχει πανανθρώπινο χαρακτήρα. Ενώνει τους λαούς, σε αντίθεση με άλλα είδη της προφορικής λογοτεχνίας, όπως το δημοτικό τραγούδι, που τονίζουν τη διαφορετικότητα των λαών. Γι΄αυτό και τα συμπεράσματα που προέκυψαν από τις έρευνες για το παραμύθι ισχύουν για όλες τις γεωγραφικές περιοχές, άρα αφορούν και τον ελληνικό χώρο.
Τα λαϊκά παραμύθια κατατάσσονται, διεθνώς, σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες: Μύθοι ζώων, Καθαυτό παραμύθια, Ευτράπελες διηγήσεις και ανέκδοτα και κλιμακωτά παραμύθια. [8]
Μια από τις σοβαρότερες έρευνες για το λαϊκό παραμύθι είναι του Vladimir Propp και αφορά τη δομή των παραμυθιών. Σύμφωνα με το τον Propp, σε κάθε παραμύθι υπάρχουν σταθερά και μεταβλητά στοιχεία. Τα μεταβλητά στοιχεία είναι πολλά και είναι τα δρώντα πρόσωπα. Τα σταθερά στοιχεία είναι οι ενέργειες των προσώπων, οι λειτουργίες. Οι λειτουργίες αποτελούν το σημαντικότερο στοιχείο του παραμυθιού, γιατί βοηθούν στην εξέλιξη της πλοκής. Η μια λειτουργία οδηγεί στην επόμενη.  Οι λειτουργίες είναι διατεταγμένες κατά ζεύγη: πάλη-νίκη, απαγόρευση-παράβαση, ή κατά ομάδες: δολιοφθορά, αποστολή, δοκιμασία του ήρωα κ.ά.[9] Οι λειτουργίες οργανώνονται στη δράση του ανταγωνιστή, του δωρητή, του βοηθού, του αναζητούμενου προσώπου, του αποστολέα, του ήρωα και του ψεύτικου ήρωα. Αντίστοιχα, επτά είναι και τα δρώντα πρόσωπα.
Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο των λαϊκών παραμυθιών, ο Alex Olrik έχει διατυπώσει τους επικούς νόμους, που αφορούν όλα τα είδη της λαϊκής αφήγησης. Οι νόμοι αυτοί είναι: Ο νόμος της έναρξης, που αναφέρεται στη σταδιακή καθοδήγηση του ακροατή από την ηρεμία στην κορύφωση. Ο νόμος της κατάληξης: Η διήγηση καταλήγει σε ηρεμία, με ένα τέλος αναμενόμενο, η τέλεση ενός γάμου, για παράδειγμα. Ο νόμος του αριθμού τρία, που δηλώνει τον μεγαλύτερο αριθμό καταστάσεων, προσώπων, ή αντικειμένων. Ο νόμος της διαδικότητας, που αναφέρεται στο μέγιστο αριθμό προσώπων μιας σκηνής. Τα πρόσωπα αυτά είναι συνήθως αντιθετικά: καλός-κακός, γέρος-νέος. Ο νόμος της αντίθεσης που δεν αφορά μόνο πρόσωπα, αλλά και αντικείμενα. Ο νόμος των διδύμων, όπου δίδυμοι θεωρούνται πρόσωπα με τον ίδιο ρόλο. Στην περίπτωση αυτή οι δίδυμοι έχουν δευτερεύοντα ρόλο. Όταν, όμως, πρωταγωνιστούν μετατρέπονται σε ανταγωνιστές. Ο ρόλος της κορύφωσης δηλώνει την παρατακτική σειρά με την οποία παρουσιάζονται οι χαρακτήρες. Τονίζεται, συνήθως, ο τελευταίος στη σειρά. Ο νόμος της επικέντρωσης στον πρωταγωνιστή. Τα πάντα διαδραματίζονται γύρω από αυτόν. Ο νόμος της μονοεπεισοδιακής ακολουθίας της δράσεις.   Η διήγηση έχει απλή πλοκή και περιγράφεται ένα επεισόδιο κάθε φορά.  Ο νόμος της σχηματοποίησης δηλώνει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα πρόσωπα και οι ενέργειες Στερεότυποι χαρακτήρες δρουν πάντα με τον ίδιο τρόπο: Η βασιλοπούλα παντρεύεται πάντα τον φτωχό. Για τα πρόσωπα αναφέρονται μόνο τα απαραίτητα για την εξέλιξη της δράσης. Τέλος, ο νόμος της ενότητας της πλοκής αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το κάθε θεματικό στοιχείο ώστε να οδηγήσει σε μια συγκεκρημένη δράση.[10] 
Ο Max Luthi στις μελέτες του για το λαϊκό παραμύθι αναφέρθηκε σε πιο εξειδικευμένα θέματα. Τέτοιου είδους θέματα είναι η σχέση των προσώπων με τον εξωπραγματικό κόσμο. Στα παραμύθια παρατηρείται μια εξοικείωση των ανθρώπων με το χώρο και τα πλάσματα του εξωπραγματικού. Οι ήρωες των αφηγήσεων ενώ περιγράφονται ως μοναχικοί χαρακτήρες, εντούτοις, αποκτούν εύκολα επαφές με στοιχεία έξω από τον καθημερινό, οικείο τους χώρο. Αυτό ισχύει και για τα ζώα. Στο παραμύθι είναι συχνές οι αντιθέσεις και οι ανατροπές των καταστάσεων. Οι πλούσιοι απέναντι στους φτωχούς, οι όμορφοι στους άσχημους κ.ά. Με τις αντιθέσεις ορίζονται καλύτερα τα πρόσωπα, τα πράγματα ή οι καταστάσεις. Στα πρόσωπα οι αντιθέσεις είναι ακραίες. Οι πλούσιοι είναι πάρα πολύ πλούσιοι, οι φτωχοί, απελπιστικά φτωχοί. Οι ανατροπές λειτουργούν ως κάθαρση ή ως παρηγοριά κι ελπίδα για λύτρωση από τη δύσκολη πραγματικότητα των παραδοσιακών κοινοτήτων. Παράλληλα λειτουργούν και ως αποκατάσταση της τάξης του κόσμου, αφού νομοθετικά, θριαμβεύει το καλό έναντι του κακού.
Ο Luthi έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο ρόλο της ομορφιάς και της ασχήμιας. Η ομορφιά αποδίδεται κυρίως στα ανθρώπινα όντα, ενώ το μέτρο της είναι τα στοιχεία της φύσης. Η ομορφιά συνδέεται πάντοτε με τη καλοσύνη και ο ασχήμια με την κακία.
Στο ελληνικό παραμύθι αποτυπώνεται και ο χαρακτήρας του λαού και τα αντιθετικά στοιχεία. Η καλοσύνη, η αισιοδοξία, η εξυπνάδα, αλλά κι η πονηρία.  Το πάθος, αλλά και η λογική. Το χιούμορ, που τείνει προς βωμολοχία. Το ελληνικό παραμύθι εκφράζει επίσης τις αξίες του λαού. Τη φιλοξενία, την εργατικότητα την αγάπη για τη μάθηση, το στενό δεσμό της οικογένειας κ.λ.π.
Ένα σημείο αξιοπρόσεκτο είναι η απουσία του θρησκευτικού στοιχείου, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τον έντονα θρησκευτικό χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας. Κυριαρχεί η πίστη στην τύχη.
Από το ελληνικό παραμύθι εκλείπει το ερωτικό ή σεξουαλικό στοιχείο, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Υπάρχουν μόνο τα αποτελέσματα του έρωτα, ενώ το σεξουαλικό στοιχείο υπονοείται. Οι νεράιδες, για τους στεριανούς και οι γοργόνες, για τους ναυτικούς, συμβολίζουν τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Ο γάμος αποτελεί τον υψηλότερο επιδιωκόμενο σκοπό, τη μεγαλύτερη επιβράβευση του ήρωα. Συνήθως ο φτωχός πλην γενναίος ήρωας παντρεύεται τη βασιλοπούλα ή το αντίθετο. Υπάρχει, δηλαδή, μια τάση για εξομάλυνση των κοινωνικών αντιθέσεων.

3. Τα γνωρίσματα της  παράδοσης
Παράδοση ή θρύλος είναι η φανταστική διήγηση που συνδέεται με συγκεκριμένο τόπο, χρόνο και πρόσωπα και γίνεται αντιληπτή ως αληθινή από το ακροατήριο. Μια παράδοση αποτελείται από ρεαλιστικά στοιχεία, που της προσδίδουν ιστορική διάσταση, και από εξωπραγματικά στοιχεία . Στα ρεαλιστικά στοιχεία ανήκει η περιγραφή συγκεκριμένου χώρου στον οποίο τοποθετείται το συμβάν, ο ιστορικός χρόνος καθώς και η υποκειμενική αναφορά της σε υπαρκτά πρόσωπα και στα συναισθήματα τους.[11]
Σε αντίθεση με τα παραμύθια και παρά το γεγονός ότι εκφράζουν διεθνή χαρακτηριστικά όπως η επαναληπτικότητα των θεμάτων, οι παραδόσεις δεν έχουν ταξινομηθεί σύμφωνα με ένα διεθνές σύστημα.
Πολλοί είναι οι λόγοι που οδηγούν στη δημιουργία μιας παράδοσης. Η σύγχυση ενός πραγματικού γεγονότος με μια δοξασία, αλλά και καθαρά ψυχολογικά αίτια-μεταξύ των οποίων και η αγωνία του ανθρώπου να ερμηνεύσει φαινόμενα άγνωστης αιτιολογίας – μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία μιας παράδοσης. Σημαντικό ρόλο παίζουν ακόμη και οι ζωντανές δοξασίες με τις ενέργειες που τις συνοδεύουν. Τα ιστορικά γεγονότα μπορούν επίσης να εμπνεύσουν παραδόσεις, που ωστόσο είναι συνήθως βραχύβιες.  Οι παραδόσεις συνδέονται άμεσα με τη συμπεριφορά των μελών της κοινότητας, καθώς: 1) αιτιολογούν και ερμηνεύουν γεγονότα, 2) συνοδεύονται από τυπική συμπεριφορά, 3) επιβάλλουν συμπεριφορά. Αφηγητής παραδόσεων μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, καθώς οι παραδόσεις, «συζητιούνται» στο πλαίσιο κοινωνικών συγκεντρώσεων ως βιωμένες εμπειρίες και πραγματικά γεγονότα.[12]
Οι παραδόσεις αποτελούν ολοζώντανο είδος της προφορικότητας, ακόμη και στις σύγχρονες πόλεις, που έχουν μετεξελιχθεί σε θρύλους των πόλεων. Οι σύγχρονες παραδόσεις στηρίζονται στη ρεαλιστική πραγματικότητα και τεκμηριώνονται με παραεπιστημονικά στοιχεία ΄ εκτός από τον λόγο μεταδίδονται και από τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας, και αποτελούν αντικείμενο πίστης αλλά και αμφισβήτησης.
Το παραμύθι, η παράδοση και ο μύθος αποτελούν τρία είδη προφορικής αφήγησης με σημαντικές ομοιότητες, αλλά και διαφορές μεταξύ τους.  Αυτές τις ομοιότητες και τις διαφορές θα προσπαθήσουμε να της αναδείξουμε επιλέγοντας δύο καταγραφές που έχουν ένα κοινό πυρήνα : Το  παραμύθι ΄΄Ο Γιάννης και η Νεράιδα΄΄  και ΄΄Η Μπόλια της Νεράιδας΄΄. 
Διακρίνουμε ότι και οι δύο καταγραφές έχουν κοινό θεματικό πυρήνα, ο οποίος είναι  η Νεράιδα, το μαντίλι, ο άντρας που αναζητά σύζυγο, η αρπαγή του μαντιλιού ή της μπόλιας με σκοπό την αρπαγή της όμορφης Νεράιδας, η τεκνοποίηση, η συμβίωση του ζευγαριού, η αέναη προσπάθεια των γυναικών να βρουν το μαντίλι ή την μπόλια για να επιστρέψουν στον κόσμο των Νεραϊδών, ο χορός των Νεραϊδών, η εξαφάνιση και η αόρατη επιστροφή για τη φροντίδα των παιδιών. Θεωρείται απαραίτητο να επισημανθεί ότι και στις δύο καταγραφές κυριαρχεί ο έρωτας ως αρχέγονη δύναμη αναπαραγωγής. Η άγρια φυσική δύναμη του έρωτα αγνοεί ή παραβιάζει τους πολιτισμικούς και κοινωνικούς όρους, για να καταλήξει στη συνένωση δύο διαφορετικών κόσμων. Ο θνητός ερωτεύεται μια Νεράιδα με την οποία δημιουργεί οικογένεια. Οι καταγραφές, που μελετούμε, ανήκουν στην κατηγορία των μαγικών, επειδή η πλοκή προχωρεί και οι καταστάσεις περιπλέκονται ή επιλύονται χάρη στην επέμβαση του μαγικού ή υπερφυσικού στοιχείου.
Το υπερφυσικό εκδηλώνεται και στις δύο καταγραφές μέσω των Νεραϊδών, οι οποίες είναι γυναικείες μορφές και αποτελούν έκφραση της Μητέρας-Γης . Ανήκουν στον υποχθόνιο κόσμο και αναδύονται σε συγκεκριμένους τόπους[13]. Στην περίπτωση του παραμυθιού εμφανίζονται στο αλώνι του Γιάννη και στην παράδοση στον ποταμό Ασωπό.
Τα ειδολογικά χαρακτηριστικά της παράδοσης και του παραμυθιού

            Το παραμύθι αποτελείται από πολλά μοτίβα, δηλαδή επεισόδια. Ο Γιάννης θερίζει, οι Νεράιδες μαζεύονται στο αλώνι και χορεύουν, ο Γιάννης αναζητεί τρόπο να κάνει γυναίκα του τη Νεράιδα, η συμβουλή της μάγισσας, το κόλπο του Γιάννη, η συμβίωση και η τεκνοποίηση, η εξαφάνιση της Νεράιδας, η αναζήτηση της, η συνάντηση του Γιάννη με το γέρο, το πέρασμα του από την πολιτεία με το νεκρό βασιλόπουλο, η ανάσταση του βασιλόπουλου, η σύλληψη της Νεράιδας και η επιστροφή της στο σπίτι, το κάψιμο του μαντηλιού και ο θάνατος της Νεράιδας και τέλος, η ανάσταση της. Σε αντίθεση στην  παράδοση η διήγηση είναι σύντομη.   . Αναφέρονται μόνο τα απαραίτητα για τη διήγηση. Το παραμύθι είναι η ανεπτυγμένη μορφή της παράδοσης ή θρύλου για το λόγο αυτό η έκταση του είναι μεγαλύτερη.        Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του παραμυθιού, που διαπιστώνεται και στο συγκεκριμένο παραμύθι, είναι ότι δεν έχει ιστορική βάση. Αυτό σημαίνει ότι κινείται ελεύθερα στο χώρο και στο χρόνο. Η υπόθεση του δε δεσμεύεται από τόπο και χρόνο και τα πρόσωπα του είναι φανταστικά.  Στο παραμύθι «Ο Γιάννης και η Νεράιδα» δεν δίνονται στοιχεία για το χρόνο που διαδραματίζεται η ιστορία. Το παραμύθι αρχίζει «Μια φορά και έναν καιρό…», δηλαδή δεν έχει σημασία ακριβώς πότε. Τα παραμύθια ανήκουν πάντα σε άλλην εποχή, σε έναν απροσδιόριστο παρελθοντικό χρόνο[14]. Επίσης, δεν έχει σημασία ποιος ακριβώς είναι ο ήρωας του παραμυθιού. Κάποιος Γιάννης, πρόσωπο καθαρά φανταστικό, είναι ο ήρωας. Η δράση εκτυλίσσεται μέσα από την ανωνυμία των προσώπων. Όσον αφορά το χώρο και τον τόπο γνωρίζουμε μόνο ότι η ιστορία εκτυλίσσεται σ’ ένα μικρό χωριό. Δε δίνονται λεπτομέρειες για τη γεωγραφική θέση του χωριού. Αντίθετα στην παράδοση  «Η μπόλια της Νεράιδας» γνωρίζουμε ότι η ιστορία εκτυλίσσεται στο Χλεμποτσάρη στον ποταμό Ασωπό, όπως ονομαζόταν η Ασωπία Βοιωτίας μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Εμμέσως μπορεί να εξαχθεί ο χρόνος του μύθου επί της Τουρκοκρατίας και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, που το χωριό μετονομάστηκε (Βικιπαίδεια). Επιπρόσθετα, ο ήρωας έχει ονοματεπώνυμο, είναι ο Σταμάτης Νίκας και όχι κάποιος Σταμάτης. Οι θρύλοι βασίζονται σε ιστορίες ανθρώπων που υπήρξαν πραγματικά ή υποθετικά[15]. Ενώ το παραμύθι είναι καθαρά φανταστικό, η παράδοση ή θρύλος  παρουσιάζεται σαν αφήγηση αληθινών γεγονότων. Το παραμύθι θεωρείται ένα καθαρά λογοτεχνικό είδος που αποβλέπει στην ηδονή της τέχνης (Ελλ. λαογρ. σ. 236, Κυριακίδης). Διηγείται, δεν ενδιαφέρεται για το αληθές ή το ψευδό, το φυσικό ή το υπερφυσικό. Απώτερος στόχος του αφηγητή είναι η τέρψη του ακροατηρίου του.   Ένα από τα ειδολογικά χαρακτηριστικά. του παραμυθιού είναι ότι ο λόγος του είναι υπερβολικός [16] «ο Γιάννης άνοιξε τα μάτια του και τέντωσε τα’ αυτιά του για να βλέπει και ν’ ακούει καλύτερα».  Αντίθετα η μορφή και το ύφος της παράδοσης είναι περιεκτικό, απλό και λιτό. Ταυτόχρονα, το παραμύθι χρησιμοποιεί στοιχεία της πραγματικότητας, προκειμένου να γίνει αντιληπτό «Την άλλη μέρα το πρωί σαν ξύπνησε είδε ότι όλες οι δουλειές του σπιτιού ήταν έτοιμες. Τα παιδιά του ήταν νιμένα και καλοντυμένα». Έτσι, στο παραμύθι συνυπάρχουν φαντασιακά και πραγματολογικά στοιχεία από την καθημερινότητα του ακροατηρίου.
            θεωρείται σημαντικό να αναφερθεί και η απουσία βάθους ή εσωτερικότητας των ηρώων των παραμυθιών. Ο Γιάννης παρουσιάζεται χωρίς υποκειμενικό βάθος, χωρίς αναφορές στο παρελθόν του και σε στοιχεία της προσωπικότητας του. Αυτό ενισχύει το αφηρημένο ύφος του παραμυθιού. Στην παράδοση γνωρίζουμε περισσότερα στοιχεία για το μέλλον της οικογένειας του Σταμάτη Νίκα. Γέρασε με τη γυναίκα του, έκανε πολλές θυγατέρες και «Όλες οι γυναίκες από την οικογένεια του Σταμάτη Νίκα είναι πολύ όμορφες και έχουν ωραία γαλανά μάτια».
            Εν κατακλείδι, το κυριότερο βέβαια χαρακτηριστικό του παραμυθιού είναι το ευτυχισμένο τέλος.  Οτιδήποτε και αν συμβεί, όποιες επικίνδυνες και απειλητικές δυνάμεις και αν παρουσιαστούν, υπάρχουν άλλες δυνάμεις που θα επέμβουν για την ευτυχή κατάληξη. Στο τέλος ο Γιάννης κατορθώνει να αναστήσει τη Νεράιδα και να ζήσει μαζί της καλά. Αντίθετα στην παράδοση «Η Μπόλια της Νεράιδας» η Νεράιδα επιστρέφει στον κόσμο της και ο Σταμάτης Νίκας δεν την ξαναείδε, απόμεινε μόνος του.




[1] Παπαχριστοφόρου Μ., Προφορική παράδοση και λογοτεχνία, Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα ΙΙ, Τόμος Γ, ΕΑΠ 2002, σ.22
[2] Παπαχριστοφόρου Μ., ό.π., σ.22
[3] Παπαχριστοφόρου Μ., ό.π., σ.24-25

[4] Καπλάνογλου Μ., Λαϊκά Παραμύθια και Αφηγητές του Αιγαίου, Πατάκης, Αθήνα, σ.1
[5] Δαμιανού σ. 27-29
[6] Καψωμένου – Χατζητάκη Χ., Το νεοελληνικό λαϊκό παραμύθι, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 2002. σ. 143-144
[7] Δαμιανού σ. 90-91
[8] Παπαχριστοφόρου Μ., ό.π., σ.52

[9] Καψωμένου – Χατζητάκη Χ., ό.π., σ. 79
[10] Καψωμένου – Χατζητάκη Χ., ό.π., σ. 131-136

[11] Παπαχριστοφόρου Μ., ό.π., σ.21

[12] Παπαχριστοφόρου Μ., ό.π., σ.95-98

[13] Jean G., Η Δύναμη των Παραμυθιών, Καστανιώτης, Αθήνα 1996, σ. 57
[14] Jean G., ό.π., σ. 26
[15] Παπαντωνάκης Μ. Σημειώσεις για το μάθημα: Εισαγωγή στην παιδική λογοτεχνία: θεωρία και πράξη, Ρόδος 2003, σ. 342
[16] Παπαχριστοφόρου, Μ. «Παραμυθία και ίασις: μαγικές θεραπείες για μαγικές ασθένειες», Αρχαιολογία και τέχνες, τχ. 104 σ. 29

Δεν υπάρχουν σχόλια: