Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

''Η ιστορική διαμόρφωση του γνωστικού αντικειμένου της ελληνικής λαογραφίας''

Μερκούρης Δημήτρης

merkoyr1@otenet.gr


ΕΙΣΗΓΗΣΗ

Η επιστήμη της λαογραφίας αναπτύσσεται, στον ελληνικό χώρο, τον 19ο αιώνα. Πιο συγκεκριμένα, ο όρος λαογραφία χρησιμοποιείται για πρώτη φορά το 1884 από τον Ν. Πολίτη, που θεωρείται ο θεμελιωτής της ελληνικής λαογραφίας, (Μαρία Γκασούκα, 2006, σελ. 57). Το αντικείμενο της λαογραφίας είναι ο παραδοσιακός ή λαϊκός πολιτισμός. Επομένως, η λαογραφική επιστήμη έχει άμεση σχέση με την έννοια της παραδοσιακότατης και με την έννοια του λαού.

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ, ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΗΣΑΝ ΤΗ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 19ου ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

Ο 19ος αιώνας υπήρξε για την Ευρώπη αιώνας συγκρούσεων και αναταραχών. Στη βόρεια Ευρώπη οι ναπολεόντειοι πόλεμοι και η πτώση, τελικά, του Ναπολέοντα το 1815 και στα Βαλκάνια η κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας διαμόρφωσαν νέα σύνορα. Έτσι, ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται ως η εποχή του σχηματισμού των νέων κρατών και της συνειδητοποίησης από τους λαούς της ιδιαιτερότητας τους ως έθνη. Την ίδια περίοδο ιδέες, όπως του Herder, που θεωρούσαν το έθνος ως αδιάσπαστη ενότητα μιας ιδιαίτερης περιοχής και μιας ιδιαίτερης κουλτούρας ( Πασχαλίδης Γ. κ.ά, 1999, σελ. 35), ενθάρρυναν και διόγκωσαν τον εθνικισμό, ώστε να αποτελέσει αποφασιστική δύναμη της ανθρώπινης πνευματικής δραστηριότητας της εποχής.

Μέσα σ΄ αυτό το ιστορικοπολιτικό περιβάλλον συγκροτήθηκε η Γερμανική Λαογραφική Σχολή, που αποτέλεσε το πρότυπο για την ανάπτυξη άλλων εθνικών σχολών, όπως της Ελλάδος. Η γερμανική λαογραφία αναπτύχθηκε μέσα στα πλαίσια του κυρίαρχου ρεύματος της εποχής, του ρομαντισμού. Για το ρομαντισμό το υψηλότερο σημείο είναι το συναίσθημα, που αντιπαραβάλλεται με την πίστη στον ανθρώπινο νου και τον ορθό λόγω του Διαφωτισμού (Τζάκης Δ., 2002, σελ. 30). Ο γερμανικός ρομαντισμός αναδεικνύει την ιδέα του έθνους ως τη μόνη ικανή δύναμη να διασφαλίσει τη συνοχή και την πολιτική σταθερότητα του κράτους (ο.π.). Στόχος της γερμανικής λαογραφίας υπήρξε η συνειδητοποίηση και η τόνωση της γερμανικής εθνικής αυτογνωσίας. Το έθνος, για τους Γερμανούς λαογράφους, αποτελεί μια έννοια αμετάβλητη στο χρόνο και ανεπηρέαστη από οικονομικούς, πολιτικούς ή κοινωνικούς παράγοντες. Αυτά τα αναλλοίωτα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του έθνους, που το διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα εθνικά κράτη τονίζοντας, ως ένα βαθμό, την ανωτερότητα του έναντι των άλλων, αποδίδονται με τον όρο «ψυχή του λαού» (Ντάτση Α., 1990, σελ. 52). Η «ψυχή του λαού» ανιχνεύεται στις εκδηλώσεις του λαϊκού ή παραδοσιακού πολιτισμού και αναζητείται στον αγροτικό χώρο, ο οποίος βρίσκεται μακριά από συνθήκες που μπορούν να τον αλλοιώσουν. Έτσι τα ήθη, τα έθιμα και γενικά ο «καθαρός» αγροτικός πολιτισμός βρίσκονται στο επίκεντρο του πεδίου μελέτης της λαογραφικής επιστήμης. Η λαογραφία, λοιπών, στη Γερμανία αποκτά έντονο εθνοκεντρικό χαρακτήρα (Τζάκης Δ., 2002, σελ. 31).

Σε ό,τι αφορά τη σχέση ελληνικής λαογραφίας με το γερμανικό μοντέλο έχουν παρατηρηθεί αρκετές συγγένειες. Πράγματι, στην πρώτη φάση της η λαογραφία της Ελλάδος είχε εθνικό χαρακτήρα. Τα αίτια θα αναλυθούν στη συνέχεια. Βέβαια, η ελληνική λαογραφία δεν χρειάστηκε να αναζητήσει την καθαρή διαχρονική ουσία του ελληνικού έθνους. Αυτή είχε εξ΄ αρχής οριστεί και ήταν ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός. Το στοιχείο που αναζητήθηκε ήταν η απόδειξη της κοινής καταγωγής των Ελλήνων του 19ου αιώνα από την αρχαιότητα (ό.π., σελ. 33-34). Ένα ακόμη στοιχείο ομοιότητας των δύο επιστημών αποτελεί η ταύτιση του παραδοσιακού πολιτισμού με τον αγροτικό. Τέλος, έννοιες συγγενείς με τον όρο «ψυχή του λαού» υιοθετήθηκαν από τους πρώτους Έλληνες λαογράφους. Πιο συγκεκριμένα, ο Σ. Κυριακίδης χρησιμοποίησε τον όρο «εθνικές ψυχικές δυνάμεις» για να περιγράψει τις δυνάμεις «…που συνέχουν τον ελληνικό πολιτισμό ανά τους αιώνες» (ό.π., σελ. 37).

Στην προηγούμενη ανάλυση φάνηκε η στροφή της γερμανικής λαογραφίας στη μελέτη του παρελθόντος για να εξασφαλίσει ο εντοπισμός των στοιχείων εκείνων που θα αναδείκνυαν την καθαρότητα της γερμανικής φυλής. Παράλληλα, στη Γαλλία και την Αγγλία, η εξελικτική θεωρία διαμόρφωνε τις κοινωνικές επιστήμες και κατ΄ επέκταση και τη λαογραφία. Η εξελικτική θεωρία, που στηρίχθηκε στις απόψεις του Δαρβίνου, τόνισε τη συνεχή εξέλιξη του ανθρώπου και του πολιτισμού. Πίστευε ότι το ανθρώπινο είδος χαρακτηρίζεται από μια συνεχή κινητικότητα από τις κατώτερες στις ανώτερες πολιτισμικές βαθμίδες. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες του 19ου αιώνα είχαν ήδη διανύσει την απόσταση που τις χώριζε από τα ανώτερα πολιτισμικά επίπεδα, ενώ οι «προτόγονοι» λαοί βρίσκονταν σε προηγούμενα εξελικτικά στάδια (ό.,π., σελ. 32). Στη θεωρία αυτή στηρίχθηκε ο Άγγλος μελετητής Ε. Tylor, ο οποίος με τη σειρά του επηρέασε και τον λαογραφικό χώρο. Πιο αναλυτικά, ο Tylor διατύπωσε τη θέση σύμφωνα με την οποία κάποιες πλευρές του σύγχρονου πολιτισμού συνιστούν επιβιώματα από προηγούμενα στάδια εξέλιξης. Οι επιβιώσεις αυτές απαντώνται στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και συγκεκραμένα στις αγροτικές κοινωνίες και σώζονται χάρη στις συνήθειες των κοινωνικών αυτών ομάδων. Για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων από τα επιβιώματα θα πρέπει αυτά να τοποθετηθούν στο πολιτισμικό εκείνο στάδιο στο οποίο παρήχθησαν. Δηλαδή, σ΄ ένα κατώτερο πολιτισμικό επίπεδο. Στόχος του Tylor δεν υπήρξε η ανακάλυψη της καταγωγής των επιβιωμάτων, αλλά η ανακάλυψη των οικουμενικών και παναθρώπινων νόμων, που χαρακτηρίζουν όλους, ανεξαίρετα, τους πολιτισμούς και οι οποίοι δίνουν τη δυνατότητα στους «κατώτερους» λαούς να προσεγγίσουν το προηγούμενο στάδιο των λαών της δυτικής Ευρώπης. Γι΄ αυτό και ο Tylor συγκρίνει επιβιώσεις που εντοπίζονται σε ανώτερους πολιτισμούς, με άλλες που ανήκουν σε προηγούμενα εξελικτικά επίπεδα.

Η εξελικτική θεωρία του Tylor προσαρμόστηκε, επιλεκτικά, στην ελληνική λαογραφία και επηρέασε, κυρίως, το έργο του Νίκου Πολίτη. Ο Πολίτης δέχονταν τη θεωρία της ύπαρξης επιβιωμάτων, αλλά υπό προϋποθέσεις. Τον ενδιέφεραν μόνο αυτά που είχαν σχέση με την ελληνική αρχαιότητα. Αυτό εξηγείται από την επιθυμία του να αποδείξει την αρχαιοελληνική καταγωγή των Ελλήνων της εποχής του και άρα και τη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού (Τζάκης Δ., 2002, σελ. 32-33).

Ένας ακόμη παράγοντας, που διαμόρφωσε το χαρακτήρα της πρώιμης ελληνικής λαογραφίας, ήταν η διατύπωση απόψεων που αμφισβήτησαν την αρχαιοελληνική καταγωγή των νεοελλήνων. Μια τέτοια υπήρξε αυτή του Γερμανού Φαλλμεράιερ, ο οποίος υποστήριξε ότι ο αρχαίος Έλληνας άνθρωπος έπαψε να υφίσταται στα μέσα της πρώτης χιλιετηρίδας μετά Χριστόν. Στη συνέχεια, οι σλαβικές φυλές, που κατέφθασαν στον ελληνικό κόσμο και τον πολιτισμό του. Επομένως, οι Έλληνες του 19ου αιώνα δεν αποτελούν απογόνους των αρχαίων Ελλήνων, αλλά μια διαφορετική φυλή. Η διατύπωση της θεωρίας του Φαλλμεράιερ κλόνισε την πίστη του ελληνικού πληθυσμού για την ενότητα και τη συνέχεια του έθνους και μάλιστα σε μια εποχή που τόσο ο ελληνικό Διαφωτισμός, όσο και το επαναστατικό κίνημα του 1821προσαπαθούσαν να επιτύχουν εθνική συσπείρωση με βάση την αρχαιοελληνική καταγωγή. Την ίδια περίοδο, οι χριστιανοί των Βαλκανίων διεκδικούσαν την ελευθερία τους και τα δικαιώματα τους στην συγκεκριμένη περιοχή, ως γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Παράλληλα, το κίνημα του Φιλελληνισμού, που αναπτυσσόταν στις ευρωπαϊκές χώρες, ονειρευόταν τη δημιουργία ενός κράτους στο χώρο της αρχαιότητας, από ένα λαό που ήταν απόγονος της.

Η απάντηση σ΄ αυτόν τον εξωτερικό κίνδυνο δόθηκε από τις νέες επιστήμες, την Ιστορία και τη Λαογραφία. Επιδίωξη τους έγινε η ανάδειξη της εθνικής ενότητας και της εθνικής αδιάλειπτης συνέχειας, Τόσο η λαογραφία, όσο και η Ιστορία ανέπτυξαν έναν ιδιαίτερα εθνικό χαρακτήρα και περιόρισαν το πεδίο μελέτης τους στα στοιχεία εκείνα, που θα διασφάλιζαν την επίτευξη του παραπάνω στόχου.

Η πρώτη λαογραφική σχολή χρησιμοποίησε τις μεθόδους της αρχαιολογίας και της φιλολογίας, προσπαθώντας να αναπλάσει το παρελθόν, με τρόπο τέτοιο, που να δικαιολογεί τις εθνικές και πολιτικές διεκδικήσεις. Η δε ιστορία, με τους Ζαμπέλιο και Παπαρρηγόπουλο, προσπάθησε να αναδείξει το Βυζάντιο ως μια ιστορική στιγμή, που ενώνει την αρχαιότητα με το νεοελληνικό έθνος. (Τζάκη Δ., 2002 σελ.35-36).

ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ «ΛΑΟΣ» ΚΑΙ «ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

Όπως έχι ήδη αναφερθεί, αντικείμενο της λαογραφικής επιστήμης στην Ελλάδα είναι ο παραδοσιακός πολιτισμός και φορέας του παραδοσιακού πολιτισμού ο λαός. Η λαογραφία, κατά την πρώτη περίοδο ανάπτυξης της, ταυτίζει τις έννοιες λαός, αγροτικός πληθυσμός και έθνος. Ο λαός ορίζεται ως ο θεματοφύλακας της συλλογικής μνήμης του παρελθόντος. Οι Έλληνες λαογράφοι κλήθηκαν να αναζητήσουν τα στοιχεία εκείνα που θα υποστήριζαν και θα αποδείκνυαν την εξίσωση λαός – έθνος και την καταγωγή του από την αρχαιότητα. Ο Λαός θεωρήθηκε ένα σύνολο ενιαίο και συνεκτικό (Τουντασάκη Ε., σελ. 2), διακριτό και ίσως ανώτερο από άλλους λαούς – έθνη. Παράλληλα, ως λαϊκός η παραδοσιακός πολιτισμός ορίστηκε ο πολιτισμός του προβιομηχανικού αγροτικού χώρου, ο οποίος διατηρεί αμετάβλητες τις ελληνικές αξίες και αρετές (ό.π.) Πρόκειται, επομένως, για ένα σύνολο επιβιώσεων που μένουν ανεπηρέαστες από το κοινωνικό γίγνεσθαι και κληρονομούνται από γενιά σε γενιά διασφαλίζοντας την εθνική πολιτισμική ενότητα. Έτσι, η λαογραφία επιλέγει να μελετήσει τα στοιχεία εκείνα του παραδοσιακού πολιτισμού που εξυπηρετούν τον εθνικό σκοπό. Έχουμε ήδη αναφερθεί στον επιλεκτικό εκείνο τρόπο, με τον οποίο ο Ν. Πολίτης μελετούσε τα πολιτισμικά στοιχεία.

Ο μαθητής του, Σ. Κυριακίδης, ορίζει τη λαογραφία ως την επιστήμη που εξετάζει τη ζωή του λαού συνολικά και ως λαϊκό πολιτισμό δέχεται αυτόν, που εκδηλώνεται ομαδικά και αυθόρμητα. Ως παραδοσιακές, όμως, εκδηλώσεις ορίζει τις εκδηλώσεις του λαού που ακολουθούν «…τον γνωστόν και πεπατημένων…» δρόμο (ο.π., σελ. 3).

Με τον τρόπο που οι πρώτοι Έλληνες λαογράφοι ερμήνευσαν τις έννοιες του λαού και του παραδοσιακού πολιτισμού, αγνόησαν, σκόπιμα, σημαντικούς παράγοντες. Παραγνώρισαν τη δυνατότητα ανάπτυξης, μέσα στα πλαίσια του ιδίου κοινωνικού μορφώματος, πολλών διαφορετικών πολιτισμών. Ότι, δηλαδή, στην ιδέα κοινωνία εντοπίζονται πολιτισμικά στοιχεία όχι μόνο λαϊκά αλλά και λόγια. Επίσης, ότι στην αυτή κοινωνία και στα πλαίσια του ιδίου πολιτισμού μπορούν να υπάρξουν υποπολιτισμικές ομάδες, όπως για παράδειγμα οι μειονότητες, οι οποίες παράγουν το δικό τους ιδιαίτερο πολιτισμικό σύστημα, το οποίο συμβιώνει και συναλλάσσεται με τον κυρίαρχο πολιτισμό.

Τέλος, αγνοείται το γεγονός ότι ο παραδοσιακός πολιτισμός δεν είναι δυνατόν να έχει στατικό χαρακτήρα, αλλά αποτελεί μια δυναμική, που εξαρτάται από το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνεται. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί και ένα βασικό χαρακτηριστικό του παραδοσιακού πολιτισμού που είναι ο αυτοσχεδιασμός, χάρη στον οποίο εκσυγχρονίζεται καθώς περνά από γενιά σε γενιά ( Δαμιανάκος Σ., 1987, σελ. 31-32). Στον εκσυγχρονισμό, βέβαια, αυτόν βοηθά και ο προφορικός χαρακτήρας του λαϊκού πολιτισμού.

Η δεύτερη περίοδος της ελληνικής λαογραφίας είναι η περίοδος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Στην μεταπολεμική περίοδο οι συνθήκες στον ελλαδικό χώρο μεταβάλλονται. Η εκβιομηχάνιση που οδηγεί στην αστικοποίηση, καθώς και η μετανάστευση δημιουργούν νέες κοινωνικές πραγματικότητες. Υπό αυτούς τους όρους, γίνεται από τους Έλληνες λαογράφους, κυρίως τη δεκαετία του 1960, μία προσπάθεια ανανέωσης (Τουντασάκη Ε., σελ.4). Αυτή η τάση για ανανέωση παρέμεινε, ωστόσο, σε θεωρητικό επίπεδο. Η έννοια του λαού επαναπροσδιορίζεται. Δεν αποτελεί πια μια υπερ-ιστορική αξία, όπως το έθνος, αλλά για τον ορισμό του θα πρέπει να εξετάζονται κοινωνικά και πολιτισμικά κριτήρια (Τζάκης Δ., 2002, σελ.25). Η νέα γενιά λαογράφων, όπως ο Δ. Λουκάτος, Ο Μ. Μερακλής και η Α. Κυριακίδου- Νέστορος, προσεγγίζει το λαογραφικό υλικό με νέους τρόπους και στρέφεται σε νέα αντικείμενα. Έτσι, το ενδιαφέρον στρέφεται στη μελέτη του πολιτισμού που παράγεται στο αστικό περιβάλλον, το οποίο είχε αγνοηθεί κατά την προηγούμενη περίοδο.

Ο Λουκάτος, πρώτος, πρότεινε την συγκρότηση της αστικής λαογραφίας, η οποία θα μελετά τον πολιτισμό που παράγεται από τις λαϊκές ή τις επαγγελματικές τάξεις του αστικού χώρου. Ο αστικός πολιτισμός, κατά τον Λουκάτο, κινείται παράλληλα με τον παραδοσιακό, με τρόπο τέτοιο ώστε να μην τον «εμποδίζει». Η διατύπωση αυτή φανερώνει την αγωνία του για τον κίνδυνο αλλοίωσης της παραδοσιακότητας από τα νεωτεριστικά στοιχεία και υπονοεί το ρόλο των λαογράφων, που είναι η απόδειξη της συνέχεις και η ανάδειξη του διδακτικού χαρακτήρα του παραδοσιακού πολιτισμού (Τονασάκη Ε., σελ. 4).




Δεν υπάρχουν σχόλια: