Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2008

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ «Ο Ηγέτης της Μεγάλης Ελλάδας «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, ή ο Ηγέτης που ενταφίασε την μεγάλη ιδέα; Τα συμπεράσματα

ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
merkoyr1@otenet.gr


Από το 1910 έως το 1935 στην ελληνική πολιτική σκηνή κυριάρχησε η προσωπικότητα του Ελευθέριου Βενιζέλου΄ ήταν μια περίοδος με εθνική έξαρση και με ταπεινώσεις, με πολιτικές ανωμαλίες και συγκρούσεις. Η δεκάχρονη πολιτική κατάσταση στην οποία βρέθηκε η Ελλάδα, τη γέμισε δόξα και πόνο και έδωσε τη δυνατότητα στο στρατό να αρχίσει να αναμιγνύεται στην πολιτική. Η Ελλάδα διπλασιάστηκε σε έκταση και πληθυσμό, αλλά η μικρασιατική καταστροφή οδήγησε στη λήξη της δραστηριότητας του μικρασιατικού ελληνισμού και της μεγάλης ιδέας.

Το ίδιο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα στις 14 Μαΐου 1920 έγινε και η ενσωμάτωση της Αλεξανδρούπολης στην μητέρα πατρίδα.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι

Οι βαλκανικοί πόλεμοι (1912-1913) εντάσσονται στο γενικότερο πολεμικό κλίμα που επικρατούσε στην Ευρώπη και συνδέονται με την ανάπτυξη των εθνικών κινημάτων στη Βαλκανική, με τη σκλήρυνση της τουρκικής πολιτικής και με την αλλαγή στο συσχετισμό των δυνάμεων στην Ευρώπη.

Μέσα στο πλαίσιο του χωρισμού της Ευρώπης σε δύο στρατόπεδα (Κεντρικές Αυτοκρατορίες – Σύμμαχοι), το Ανατολικό Ζήτημα, το ζήτημα δηλαδή του διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του ελέγχου στα Στενά, εισήλθε σε μια νέα φάση.

Πράγματι, με την επικράτηση των Νεότουρκων (1908), η πολιτική της Τουρκίας απέναντι στους υπόδουλους έγινε πιο εθνικιστική, πιο σκληρή (διώξεις, κλείσιμο σχολείων κ.λπ). Έτσι η απελευθέρωση τους γίνονταν επιτακτική ανάγκη.

Γρήγορα και ενώ οι απελευθερωτικές εξεγέρσεις γίνονταν όλο και πιο συχνές, κλείστηκαν συμμαχίες Ελλάδας-Σερβίας, Σερβίας-Βουλγαρίας, Ελλάδας-Βουλγαρίας και όλοι μαζί οι Βαλκανικοί σύμμαχοι ζήτησαν από την Τουρκία την άμεση εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων για τους υπόδουλους χριστιανούς. Σε απάντηση η Τουρκία κήρυξε τον πόλεμο στη Σερβία και στη Βουλγαρία (17 Όκτ. 1912), η Ελλάδα απάντησε με κήρυξη του πολέμου εναντίον της Τουρκίας (18 Όκτ. 1912). Ο τουρκικός στρατός δεν ήταν σε θέση να δράσει με επιτυχία στα πολλά μέτωπα που ανοίχτηκαν και η νίκη των Βουλγάρων συμμάχων ήταν αρκετά εύκολη και σχετικά σύντομη: Οι Έλληνες κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, τη Σάμο, τη Χίο και τη Μυτιλήνη, ενώ η κυβέρνηση είχε δεχτεί τους βουλευτές της Κρήτης πριν από την έναρξη του πολέμου. Ανάλογες ήταν και οι επιτυχίες των Σέρβων και των Βουλγάρων. Με τη συνθήκη του Λονδίνου (30 Μαΐου 1913) όλα τα δυτικά από τον Έβρο εδάφη παραχωρήθηκαν στους νικητές, οι οποίοι όμως δεν μπόρεσαν να τα διανείμουν πάρα ύστερα από το δεύτερο βαλκανικό πόλεμο και την ήττα της Βουλγαρίας, η οποία ζητούσε τη μερίδα του λέοντος και άρχισε πρώτη τον πόλεμο΄ από το πόλεμο αυτό, που έληξε με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) ωφελήθηκαν οι νικητές της Βουλγαρίας Ελλάδα και Σερβία.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι το προοίμιο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η Ευρώπη, διαιρεμένη απ΄ το 1904 σε δύο εχθρικά στρατόπεδα, την Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) και τις Κεντρικές Δυνάμεις, (Γερμανία, Αυστρία) προετοιμάζει τον πόλεμο. Τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα προσπαθούσαν να τραβήξουν με το μέρος τους τα μικρά κράτη σα δορυφόρους. Στην Ελλάδα και τα δύο στρατόπεδα είχαν ισχυρές προσβάσεις. Οι Κεντρικές Δυνάμεις υποστηρίζονταν από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, ενώ την Αντάντ υποστήριζε ο Ελ. Βενιζέλος που είχε έρθει σε επαφή μαζί τους για την συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο. Έτσι επήλθε η σύγκρουση, που είναι γνωστή με το όνομα Διχασμός, ανάμεσα στο βασιλιά Κωνσταντίνο, που υποστήριζε την ευνοϊκή για τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες ουδετερότητα της Ελλάδας και στον πρωθυπουργό Βενιζέλο, που υποστήριζε τη συμμετοχή της στο πλευρό των Συμμάχων. Τελικά, επικράτησε η άποψη του Βενιζέλου, αλλά χρειάστηκε η επέμβαση συμμαχικού στρατού, η κατάληψη του Πειραιά από γαλλικό αρατό, η δημιουργία από το συμμαχικό στρατό του μετώπου της Μακεδονίας, καθώς και ο σχηματισμός προσωρινής κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη (Βενιζέλος, ναύαρχος Κουντουριώτης, Στρατηγός Δαγκλής). Επίσης, ο βασιλιάς υποχρεώθηκε να παραχωρήσει τη θέση του στο δεύτερο γιο του Αλέξανδρο. Η Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων, παίρνοντας μέρος στη μεγάλη βαλκανική επίθεση της 15ης Σεπτεμβρίου 1918. Δύο μήνες αργότερα, με την αίτηση ανακωχής από τη Γερμανία, επήλθε η λήξη του πολέμου, η οποία επισημοποιήθηκε αργότερα με τη Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920). Με τη συνθήκη αυτή παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα η δυτική και η ανατολική Θράκη μαζί με τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο. Επίσης την περιοχή της Σμύρνης με απλή διοίκηση στην αρχή και προσάρτηση μέσα σε πέντε χρόνια, ύστερα από ευνοϊκό σχετικά δημοψήφισμα. Για τις άλλες εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδας, δεν λαμβάνονταν ευνοϊκά μέτρα από τις συνθήκες: Για τη Βόρεια Ήπειρο δεν γίνονταν καθόλου λόγος, τα Δωδεκάνησα αναγνωρίστηκαν ως ιταλική κτήση και η Κύπρος ως αγγλική.

Η μικρασιατική καταστροφή.

Τον Ιούνιο του 1919 είχε κηρυχθεί εθνική επανάσταση στην Τουρκία με αρχηγό τον Κεμάλ Μουσταφά και κύριους στόχους την ανατροπή της αυτοκρατορικής κυβέρνησης και τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας και εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας. Όπως ήταν φυσικό, η πρώτη κεμαλική κυβέρνηση που σχηματίστηκε στην Άγκυρα απέρριψε τη συνθήκη των Σεβρών. Αν λοιπόν, η Ελλάδα ήθελε να καταλάβει τα εδάφη που της είχαν παραχωρηθεί έπρεπε να πολεμήσει. Αλλά η Ελλάδα είχε αποβιβάσει στρατεύματα στην περιοχή της Σμύρνης, με τη συγκατάθεση των Συμμάχων, πριν από τη υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών, στις 15 Μαΐου 1919. Στην επιχείρηση της εναντίον του κεμαλικού στρατού στη Μ. Ασία, η Ελλάδα είχε την υποστήριξη μόνο της Αγγλίας. Ιδιαίτερα όταν άρχισε η επιχείρηση του ελληνικού στρατού έξω από το χώρο που είχε παραχωρηθεί στην Ελλάδα με στόχο την Άγκυρα, πολλές ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Ιταλία κ.λπ.), που είχαν συμφέροντα στην περιοχή, αντιλήφθηκαν ότι η εκστρατεία του ελληνικού στρατού δεν αποσκοπούσε μόνο στην υπεράσπιση της περιοχής της Σμύρνης και γι΄ αυτό άρχισαν να στρέφουν την πολιτική τους ευνοϊκά προς την Άγκυρα, η οποία επιπλέον είχε την υποστήριξη της ΕΣΣΔ. Το εθνικό φιλελεύθερο κίνημα του Κεμάλ μπορούσε τώρα να ισχυριστεί ότι πολεμούσε για την εθνική ανεξαρτησία της Τουρκίας εναντίον μίας ελληνικής κατακτητικής επιδρομής.

Στην πιο κρίσιμη φάση της επιχείρησης, όταν δηλαδή ετοιμάζονταν η μεγάλη εκστρατεία προς την Άγκυρα, έγιναν στην Ελλάδα εκλογές (Νοέμ. 1920) που έφεραν στην κυβέρνηση τους αντιπάλους του Βενιζέλου και κατόπιν, επανήλθε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με δημοψήφισμα. Η παράταξη που κέρδισε τις εκλογές και σχημάτισε κυβέρνηση, αφού χρησιμοποίησε για σύνθημα τη διακοπή του πολέμου- ένα σύνθημα που έβρισκε απήχηση στον ελληνικό λαό ύστερα από οκτάχρονη εμπόλεμη κατάσταση- συνέχισε την εκστρατεία. Στο μεταξύ η Αγγλία με πρόσχημα την επάνοδο του βασιλιά σταμάτησε κάθε βοήθεια προς την Ελλάδα τη στιγμή που ο κεμαλικός στρατός γίνονταν όλο και πιο ισχυρός. Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες ο ελληνικός στρατός, εξαντλημένος και χωρίς δυνατότητα συνεχούς ανεφοδιασμού σε εφεδρείες και υλικό, οδηγήθηκε στην καταστροφή. Στην τελική μάχη στον ποταμό Σαγγάριο (τέλος Αυγούστου 1922), όχι πολύ μακριά από την Άγκυρα, ο κεμαλικός στρατός υποχρέωσε τον ελληνικό σε υποχώρηση΄ οι Τούρκοι κατέλαβαν και πυρπόλησαν τη Σμύρνη στις 9 Σεπτεμβρίου. Τότε άρχισε μια άτακτη με κάθε μέσο φυγή των Ελλήνων της Μ. Ασίας, για να σβήσει μέσα σε λίγες μέρες τη ζωή του μικρασιατικού ελληνισμού που είχε στερεωθεί σε εκείνους τους χώρους από τη μακρινή αρχαιότητα (Ίωνες, Αιολείς, Δωριείς). Η συνθήκη της Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923) ρύθμισε οριστικά – ισχύει ως σήμερα- τις εδαφικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία και επέβαλε την υποχρεωτική ανταλλαγή των μειονοτήτων.

Τέλος τίθεται το ερώτημα αν θα μπορούσε η Ελλάδα να κατέχει τα παράλια της Μ. Ασίας χωρίς την κατοχή της ενδοχώρας και αν αυτό ήταν εφικτό να πραγματοποιηθεί όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε πλέον συρρικνωθεί από τις αρχές του 19ου αιώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: